Οἱ νέοι Εὐρωπαῖοι ἀντιμετωπίζουν δυσκολώτερη πρόσβαση στήν κατοικία καί ὑψηλότερη φορολογική πίεση, καθώς ἡ γήρανσις τοῦ πληθυσμοῦ αὐξάνει τίς δαπάνες γιά συντάξεις καί κοινωνική πρόνοια
Κάποτε, ἡ ἀνισότης στήν Εὐρώπη ἦταν ‒κατά κύριο λόγο‒ ὁριζοντία.
Τό πλούσιο δυτικό μισό ὁδηγοῦσε BMW καί ἐπήγαινε διακοπές στό ἐξωτερικό, ἐνῷ τό φτωχότερο ἀνατολικό μισό ἔφτιαχνε μόνο του τίς ἠλεκτρικές συσκευές του καί ἔκανε οὐρά γιά ψωμί. Ὅμως, τρεῖς δεκαετίες ἀναπτύξεως πού ἀποσκοποῦσαν στήν κάλυψη τοῦ χάσματος στίς πρώην κομμουνιστικές χῶρες ἔβαλαν τέλος στά ἀστεῖα γιά τά ρουμανικά αὐτοκίνητα, τῶν ὁποίων ἡ μεγίστη ταχύτητα ἦταν ἡ «κατηφόρα». Σήμερα, ἡ ἀνισότης στήν Εὐρώπη ἔχει μιά κάθετο διάσταση, μιά διάσταση πού ἀνεβοκατεβαίνει στά γενεαλογικά δένδρα.
Οἱ νέοι πού δέν μποροῦν νά φύγουν ἀπό τό σπίτι τῶν γονέων τους λόγῳ τῶν ἐξωφρενικῶς ὑψηλῶν τιμῶν τῶν κατοικιῶν ἀναρωτιοῦνται ἄν θά ἀπολαύσουν ποτέ ὡς ἐνήλικες τόν τρόπο ζωῆς πού ἐγνώριζαν ὡς παιδιά. Οἱ τριαντάρηδες πού ἐργάζονται πληρώνουν βαρεῖς φόρους, γιά νά χρηματοδοτήσουν τίς συντάξεις τῶν ἡλικιωμένων πού ἐσυνταξιοδοτήθησαν στήν ἀκμή τους. Ἡ Εὐρώπη τοῦ 21ου αἰῶνος πλέον δέν χωρίζεται μόνον σέ Βορρᾶ καί Νότο, Δύση καί Ἀνατολή, πλουσίους καί πτωχούς. Μιά πιό ἀθόρυβος ἀλλά βαθύτερη τομή ἔχει ἀναδυθεῖ: ἡ γενεακή ἀνισότης. Στό ἐπίκεντρο εὑρίσκεται ἡ γενεά τῶν baby boomers, ἡ ὁποία ἐκληρονόμησε μιά ἤπειρο σέ φάση μεταπολεμικῆς ἀνασυγκροτήσεως καί φαίνεται πώς παραδίδει μιά Εὐρώπη μέ ὑψηλό δημόσιο χρέος, ἀκριβή στέγαση καί αὐξανομένη πίεση στούς νέους ἐργαζομένους.
Οἱ baby boomers, γεννημένοι κυρίως μεταξύ 1945 καί 1965, ἐμεγάλωσαν σέ ἕνα περιβάλλον πρωτοφανοῦς οἰκονομικῆς ἐπεκτάσεως. Ἡ μεταπολεμική ἀνοικοδόμησις, τό κοινωνικό κράτος καί ἡ βιομηχανική ἀνάπτυξις ἐδημιούργησαν μιά ἱστορικῶς σπανία συγκυρία: σταθερές θέσεις ἐργασίας, προσιτή κατοικία καί ἰσχυρή ἄνοδο τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου. Γιά πολλούς Εὐρωπαίους αὐτῆς τῆς γενεᾶς, ἡ ἀπόκτησις σπιτιοῦ ἦταν ἐφικτή ἤδη ἀπό τά πρῶτα χρόνια ἐργασίας, συχνά μέ σχετικῶς χαμηλό δανεισμό καί ταχεῖα ἀποπληρωμή.
Σήμερα ὅμως ἡ εἰκόνα εἶναι ριζικῶς διαφορετική. Ἡ Εὐρώπη γερνᾶ μέ ταχεῖς ρυθμούς: τό ποσοστό τῶν πολιτῶν ἄνω τῶν 65 ἐτῶν αὐξάνεται συνεχῶς, ἐνῷ ἡ ἀναλογία ἐργαζομένων πρός συνταξιούχους μειώνεται. Συμφώνως μέ εὐρωπαϊκές δημοσιονομικές ἐκτιμήσεις, οἱ δαπάνες πού σχετίζονται μέ τήν γήρανση τοῦ πληθυσμοῦ ‒συντάξεις, ὑγεία καί μακροχρόνιος φροντίδα‒ καταναλώνουν περίπου τό ἕνα τέταρτο τοῦ ΑΕΠ τῆς ΕΕ, ποσοστό πού ἀναμένεται νά αὐξηθεῖ τίς ἑπόμενες δεκαετίες.
Γιά τίς νεώτερες γενεές, αὐτό μεταφράζεται σέ μιά διπλῆ ἐπιβάρυνση. Ἀπό τήν μία πλευρά, οἱ ὑψηλές κρατικές δαπάνες ὁδηγοῦν σέ ηὐξημένη φορολογία καί περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια γιά ἐπενδύσεις σέ ἐκπαίδευση, καινοτομία καί στέγαση. Ἀπό τήν ἄλλη, ἡ ἐκρηκτική ἄνοδος τῶν τιμῶν κατοικίας σέ πολλές εὐρωπαϊκές πόλεις καθιστᾶ τήν ἰδιοκτησία σχεδόν ἀπρόσιτο.
Σέ χῶρες ὅπως ἡ Ἑλλάς, ἡ Ἱσπανία, ἡ Πορτογαλία, ἡ Ἰταλία ἀλλά καί τμήματα τῆς Βορείου Εὐρώπης, ἡ παραμονή στό πατρικό σπίτι μέχρι τά 30 ἤ καί ἀργότερα ἔχει γίνει συνηθισμένο φαινόμενο. Τά ἐνοίκια αὐξάνονται ταχύτερα ἀπό τά εἰσοδήματα, ἐνῷ ἡ πρόσβασις σέ στεγαστικά δάνεια γίνεται δυσκολώτερη λόγῳ πιό αὐστηρῶν τραπεζικῶν κριτηρίων. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι μιά γενεά πού συχνά αἰσθάνεται ὅτι εὑρίσκεται σέ μόνιμο ἀναμονή οἰκονομικῆς ἀνεξαρτησίας. Ἡ παραδοσιακή πορεία «σπουδές – ἐργασία – σπίτι – οἰκογένεια» ἔχει ἀποδυναμωθεῖ, καθώς τό πρῶτο βῆμα πρός τήν ἰδιοκτησία ἔχει γίνει δυσαναλόγως δύσκολο.
Ἡ «κληρονομιά» τοῦ real estate καί τό κοινωνικό κράτος
Ἕνα ἐκ τῶν μεγαλυτέρων οἰκονομικῶν πλεονεκτημάτων τῶν baby boomers ἦταν ἡ ἀγορά ἀκινήτων σέ ἐποχές χαμηλῶν τιμῶν. Οἱ ἀξίες τῶν ἀκινήτων στήν Εὐρώπη ἔχουν αὐξηθεῖ σημαντικῶς τίς τελευταῖες δεκαετίες, μέ ἀποτέλεσμα πολλοί ἰδιοκτῆτες νά κατέχουν περιουσίες πολλαπλασίας ἀξίας ἐν σχέσει μέ τό ἀρχικό κόστος ἀγορᾶς.
Αὐτό δημιουργεῖ μιά ἔντονο ἀνισορροπία: ἐνῷ ἡ παλαιότερη γενεά συνεσώρευσε πλοῦτο μέσῳ τῆς κατοικίας, οἱ νεώτεροι εὑρίσκονται ἀντιμέτωποι μέ ἱστορικῶς ὑψηλές τιμές εἰσόδου στήν ἀγορά. Σέ πολλές περιπτώσεις, ἡ κληρονομιά μοιάζει νά εἶναι ἡ μόνη ρεαλιστική ὁδός γιά πρόσβαση σέ ἀκίνητο περιουσία.
Τό εὐρωπαϊκό μοντέλο κοινωνικῆς προνοίας, ἄν καί θεωρεῖται ἐκ τῶν πιό ἀνεπτυγμένων παγκοσμίως, βασίζεται ‒σέ μεγάλο βαθμό‒ σέ διαγενεακή ἀναδιανομή: οἱ σημερινοί ἐργαζόμενοι χρηματοδοτοῦν τίς συντάξεις τῶν σημερινῶν συνταξιούχων. Αὐτό τό σύστημα ἐλειτούργησε ἀποτελεσματικῶς σέ περιόδους ἰσχυρῆς οἰκονομικῆς καί δημογραφικῆς ἀναπτύξεως. Ὡστόσο, ἡ σημερινή πραγματικότης εἶναι διαφορετική.
Ἡ γονιμότης ἔχει μειωθεῖ, τό προσδόκιμο ζωῆς ἔχει αὐξηθεῖ καί ἡ ἀναλογία ἐργαζομένων πρός συνταξιούχους ἐπιδεινώνεται. Αὐτό σημαίνει ὅτι λιγώτεροι ἐργαζόμενοι καλοῦνται νά χρηματοδοτήσουν περισσοτέρους συνταξιούχους γιά μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Ἐν ἀντιθέσει μέ ἄλλες ἀνεπτυγμένες οἰκονομίες, ὅπως οἱ Ἡνωμένες Πολιτεῖες ἤ ἡ Ἰαπωνία, ὅπου οἱ ἰδιωτικές συντάξεις καί οἱ κεφαλαιαγορές ἔχουν μεγαλύτερο ρόλο, ἡ Εὐρώπη στηρίζεται περισσότερο στό κράτος. Αὐτό περιορίζει τήν συσσώρευση ἰδιωτικοῦ κεφαλαίου πού θά μποροῦσε νά ἐνισχύσει τήν ἐπιχειρηματικότητα καί τήν τεχνολογική ἀνάπτυξη.
Ἡ οἰκονομία τῆς ἀνισορροπίας
Ἡ δομή αὐτή ἔχει καί μακροοικονομικές συνέπειες. Ἡ ὑψηλή δημοσία δαπάνη γιά συντάξεις καί ὑγεία μειώνει τά περιθώρια ἐπενδύσεων σέ τομεῖς ὅπως ἡ τεχνολογία, ἡ ἔρευνα καί ἡ καινοτομία. Αὐτός εἶναι ἕνας ἐκ τῶν λόγων γιά τούς ὁποίους ἡ Εὐρώπη ὑστερεῖ ἔναντι τῶν ΗΠΑ καί τῆς Ἀσίας στήν ἀνάπτυξη μεγάλων τεχνολογικῶν κολοσσῶν.
Παραλλήλως, ἡ συνεχής ἀνάγκη χρηματοδοτήσεως τοῦ κράτους προνοίας ὁδηγεῖ σέ ὑψηλότερα δημόσια ἐλλείμματα καί χρέος, τό ὁποῖο μεταφέρεται στίς ἑπόμενες γενεές. Ἔτσι, ἡ οἰκονομική πίεσις δέν εἶναι μόνο παροῦσα ἀλλά καί διαχρονικῶς συσσωρευτική. Οἱ baby boomers δέν εὐθύνονται ἀποκλειστικῶς γιά τίς σημερινές ἀνισορροπίες, ἀλλά ἐπωφελήθησαν ἀπό ἕνα οἰκονομικό σύστημα πού ἐβασίσθη σέ διαφορετικές δημογραφικές καί οἰκονομικές συνθῆκες. Τό πρόβλημα δέν εἶναι ἡ ὕπαρξις τῆς γενεᾶς αὐτῆς ἀλλά ἡ ἀδυναμία προσαρμογῆς τῶν θεσμῶν στίς νέες πραγματικότητες.
ΣΤ.Θ.
