Περαιτέρω αποκλιμάκωση της ανεργίας στο β’ τρίμηνο του 2026 κατέγραψε η ΕΛ.ΣΤΑΤ., με το ποσοστό να πέφτει στο 7,9%, από 8,6% το αντίστοιχο τρίμηνο πέρυσι. Παρότι διατηρείται η μεγάλη απόκλιση μεταξύ των στοιχείων που ανακοινώνουν η Ελληνική Στατιστική Αρχή και η ΔΥΠΑ (τέως ΟΑΕΔ), η μείωση των ανέργων είναι αδιαμφισβήτητη, όπως αδιαμφισβήτητα είναι και τα δομικά προβλήματα στην αγορά εργασίας και στις κρατικές παρεμβάσεις.
Συγκεκριμένα, οι άνεργοι περιορίστηκαν σε 379.670 άτομα, από 508.400 στο προηγούμενο τρίμηνο, καταγράφοντας πτώση 25,3%. Σε ετήσια βάση η μείωση ανέρχεται σε 7,8%. Την ίδια ώρα, οι απασχολούμενοι αυξήθηκαν στους 4,414 εκατ., σημειώνοντας άνοδο 3,3% σε τριμηνιαία βάση και 0,6% σε σχέση με έναν χρόνο πριν. Επιπλέον, μέσα σε ένα τρίμηνο ο αριθμός των ανέργων μειώθηκε κατά περίπου 129.000 άτομα, ενώ οι απασχολούμενοι αυξήθηκαν κατά περίπου 142.000.
Μελέτη του Πανελλήνιου Συλλόγου Υπαλλήλων τέως ΟΕΚ-ΟΕΕ καταγράφει μια σειρά από προβλήματα και χρόνιες αδυναμίες, καθώς παρά τη μείωση της ανεργίας αλλά και των εγγεγραμμένων στα μητρώα του τέως ΟΑΕΔ το μεγαλύτερο «αγκάθι» είναι οι μακροχρόνια άνεργοι.
Το 2025 περίπου 235.500 άνθρωποι παρέμεναν άνεργοι για τουλάχιστον έναν χρόνο και περίπου 155.000 για δύο χρόνια ή περισσότερο. Περισσότεροι από τους μισούς ανέργους της χώρας, το 55,8%, ήταν μακροχρόνια άνεργοι, όταν στην Ευρωπαϊκή Ενωση το αντίστοιχο ποσοστό ήταν περίπου 31,5%. Η μακροχρόνια ανεργία στην Ελλάδα παρέμενε στο 5,0%, έναντι 1,9% στην Ε.Ε., δηλαδή 2,6 φορές υψηλότερη. Παρόμοια είναι η εικόνα και φέτος, καθώς καταγράφονται 248.900 μακροχρόνια άνεργοι, εκ των οποίων 114.400 βρίσκονταν χωρίς εργασία επί τέσσερα χρόνια ή περισσότερο.
Βρήκαν δουλειά, όχι όμως εισοδήματα
Εξίσου προβληματική είναι η εικόνα σε ό,τι αφορά την επιστροφή των ανέργων στην αγορά εργασίας, καθώς αυτή συχνά συνεπάγεται είτε κακοπληρωμένες δουλειές είτε part time απασχόληση, με πενιχρούς μισθούς.
Το 2025 έγιναν 3.383.976 προσλήψεις. Από αυτές, 1.572.294, δηλαδή 46,46%, ήταν μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης. Παράλληλα, η ΕΡΓΑΝΗ κατέγραψε 528.313 μισθωτούς με εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας έως 35 ώρες. Η μέση μεικτή μηνιαία αμοιβή στη μερική απασχόληση ήταν μόλις 563,30 ευρώ, έναντι 1.397,95 ευρώ στην πλήρη απασχόληση.
Επιπλέον, το 36,2% των εργαζομένων με μερική απασχόληση δήλωνε πως εργαζόταν με αυτόν τον τρόπο επειδή δεν είχε βρει πλήρη εργασία, όταν στην Ε.Ε. το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 16,7%. Η ακούσια μερική απασχόληση παραμένει, δηλαδή, υπερδιπλάσια από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ετσι, οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι πια άνεργοι, αλλά αμείβονται με περίπου 488 ευρώ, όταν το κατώφλι κινδύνου φτώχειας για μονοπρόσωπο νοικοκυριό αντιστοιχεί σε 585 ευρώ τον μήνα.
Πακτωλός χρημάτων για την κατάρτιση
Η μακροχρόνια ανεργία συνδέεται, μεταξύ άλλων, με τη διάβρωση δεξιοτήτων και την αυξανόμενη απόσταση από τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, χωρίς να εξαντλείται σε αυτόν τον παράγοντα. Η δημόσια πολιτική έχει επενδύσει σημαντικούς πόρους στην κατάρτιση: πάνω από 500 εκατ. ευρώ από εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους δαπανήθηκαν την τελευταία τριετία μέσω της ΔΥΠΑ, με δύο μεγάλα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης να ξεχωρίζουν, 168,2 εκατ. ευρώ για αναβάθμιση δεξιοτήτων 150.000 ήδη εργαζομένων και 259,1 εκατ. ευρώ για ψηφιακές, πράσινες και οικονομικές δεξιότητες ανέργων και εργαζομένων, αναφέρει ο Σύλλογος.
Η ίδια η ΔΥΠΑ υποστηρίζει ότι πάνω από 260.000 άνθρωποι «βρήκαν εργασία ή διατήρησαν τη θέση τους» μέσω αυτών των δράσεων, χωρίς ο αριθμός αυτός να συνοδεύεται από δημοσιευμένη μεθοδολογία αντιπαραβολής (counterfactual) που να επιτρέπει να γνωρίζουμε πόσοι θα είχαν βρει ή είχαν διατηρήσει εργασία και χωρίς τη συγκεκριμένη παρέμβαση.
