Σαν σήμερα στις 18 Ιανουαρίου 1828 ο Ιωάννης Καποδίστριας ανέλαβε τη διακυβέρνηση της Ελλάδας. Είναι ο μοναδικός από τους Έλληνες κυβερνήτες που θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι παρέλαβε «καμένη γη» και να κυριολεκτεί. Ήταν όντως αποκαΐδια αυτό το μικρό κομμάτι απελευθερωμένης γης που δόθηκε στον Καποδίστρια να το κουμαντάρει, να το διατηρήσει ανεξάρτητο, να φτιάξει κράτος απ’ αυτό, να δημιουργήσει θεσμούς και σταδιακά να υλοποιήσει έναν προς έναν τους μικρούς στόχους που συνέθεταν και συνθέτουν τους μεγάλους: την ευημερία του λαού, την πολιτισμική και οικονομική ανάπτυξή του και την εθνική ολοκλήρωση.
Ο Καποδίστριας δεν ήταν κυβερνήτης από αυτούς που έχουμε συνηθίσει. Δηλαδή, παρακμιακός γόνος παρασιτικής πολιτικής δυναστείας κοτζαμπάσηδων, που αντιμετωπίζουν την Ελλάδα σαν τσιφλίκι τους και τους Ελληνες σαν ζώα προς αγοραπωλησία, εκμετάλλευση της εργασίας τους και αρπαγή των περιουσιών τους. Ήταν γόνος μιας αληθινά αριστοκρατικής οικογένειας, με προσφορά στο έθνος και στον λαό. Με δικά του έξοδα κάλυψε ανάγκες του Αγώνα για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Υποθήκευσε και πούλησε την πατρική περιουσία του για να ταΐσει τα ορφανά. Δεν έπαιρνε χρήματα για τις ανεκτίμητες υπηρεσίες του στον Ελληνισμό, αλλά έδινε. Κι έδωσε και το αίμα του για την ελευθερία, την τιμή, τη δόξα του έθνους.
Είναι βλασφήμια κάθε απόπειρα σύγκρισης αυτού του αξεπέραστου πολιτικού ανδρός με σύγχρονους… νάνους του πολιτικαντισμού που ειδικεύονται στη λεηλασία των «ασημικών» της Ελλάδας και την πρακτόρευση ξένων συμφερόντων.
Λείπει από την πολιτική ζωή του τόπου μια προσωπικότητα σαν τον Ιωάννη Καποδίστρια. Αναζητείται αυτός που θα συνδυάζει ακεραιότητα χαρακτήρα, ευφυΐα, άκαμπτο πατριωτισμό και αξιοθαύμαστη επάρκεια στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Κι επειδή ο λαός αναγνωρίζει την προσφορά του στην Ελλάδα, συνέρρευσε στους κινηματογράφους για να παρακολουθήσει την ταινία του Γιάννη Σμαραγδή, η οποία είναι αφιερωμένη σε εκείνον.
Είθε κάποια στιγμή να βρεθεί στον δρόμο μας μια μορφή αυτού του βεληνεκούς για να γλιτώσει την πατρίδα από τα νύχια του παλαιοκομματισμού και της αναξιοκρατίας.
Από τη στήλη «Η θέση μας» της «Δημοκρατίας»

