Η επόμενη μέρα βρίσκει την Κίνα να αναδιαμορφώνει την επιρροή της ως κεντρική γεωπολιτική δύναμη
- Από τον Γιώργο Τραπεζιώτη
Κι όμως! Μέσα στον εφιάλτη της απρόβλεπτης σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, η οποία στοίχειωσε τη διεθνή κοινότητα και πλήγωσε λιγότερο ή περισσότερο τους παραδοσιακούς πόλους ισχύος της Δύσης, μια χώρα μπορεί να ισχυρίζεται πως, αν και η ίδια μέτρησε πληγές, η επόμενη μέρα τη βρίσκει όχι μόνο να διατηρεί τον ισχυρό ρόλο που έτσι κι αλλιώς είχε και διατηρεί ακόμη στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά, αλλά και να αναδιαμορφώνει την εικόνα της ως κεντρικής γεωπολιτικής δύναμης, με ενεργό ρόλο στη σταθεροποίηση της διεθνούς τάξης. Μια στρατηγική που χαράχτηκε και εφαρμόστηκε πάντως, αφού συνυπολογίστηκαν -πέραν των επιδιωκόμενων κερδών- και οι πρόσκαιρες συνέπειες των απαραίτητων συμβιβασμών που θα έπρεπε να γίνουν.
Ο λόγος για την πανίσχυρη Κίνα, που επιμένει να συστήνεται -και να κινείται- στην παγκόσμια σκακιέρα περισσότερο ως μια δύναμη ήπιας ισχύος, παρά ως παίκτης κομμένος και ραμμένος στα επιθετικά-μιλιταριστικά μέτρα της Δύσης. Τι έκανε το Πεκίνο όλο αυτό το διάστημα; Ηδη από τα τέλη Φεβρουαρίου, όταν η σύγκρουση ανάμεσα στους συμμάχους ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν κλιμακώθηκε και φαινόταν πως ξέφευγε πέραν των περιφερειακών ορίων και προκαλούσε σοβαρές ρωγμές στην παγκόσμια ενεργειακή αλυσίδα, το Πεκίνο, ως ο μεγαλύτερος εισαγωγέας αργού πετρελαίου στον κόσμο, βρέθηκε αντιμέτωπο με υπαρξιακού τύπου διλήμματα στον τομέα της ασφαλείας εφοδιασμού, καθώς η κρίση απειλούσε ευθέως τη ροή ενέργειας μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Η απολύτως πιεστική αυτή κατάσταση σε μια θαλάσσια οδό από την οποία μεταφέρεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου οδήγησε (σ.σ.: ή υποχρέωσε) την Κίνα να προσαρμόσει την ενεργειακή της πολιτική στα νέα δεδομένα. Το πιο σημαντικό όμως; Να προβεί σε κινήσεις που τα προηγούμενα χρόνια θα θεωρούνταν «μη επιλέξιμες».
Καθοριστικό σημείο αποτέλεσε η επανεκκίνηση αγορών σημαντικών ποσοτήτων αμερικανικού αργού πετρελαίου και LNG από τις ΗΠΑ, οι οποίες είχαν προηγουμένως τεθεί σε μεγάλο βαθμό εκτός αγοράς, λόγω των εμπορικών εντάσεων μεταξύ Ουάσινγκτον και Πεκίνου το 2025. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, λοιπόν, περίπου 600.000 βαρέλια αμερικανικού αργού πετρελαίου -δηλαδή γύρω στα 18 εκατομμύρια βαρέλια τον μήνα- προγραμματίστηκαν εγκαίρως για φόρτωση τον Απρίλιο. Με την κίνησή της αυτή η Κίνα, πέραν της στρατηγικής της μεταστροφής στην αγορά ενέργειας, όχι μόνο επεκτείνει την προμήθεια καυσίμων εντός της κινεζικής επικράτειας για την κάλυψη των αναγκών της τεράστιας βιομηχανίας της, αλλά ταυτόχρονα ενισχύει τη θέση του Πεκίνου, τοποθετώντας το εκτός της λίστας των χωρών εκείνων που απειλούνται (ακόμη) από τον κίνδυνο του ενεργειακού σοκ.
Πέραν των κινήσεων στο ενεργειακό πεδίο, το Πεκίνο πιστώνεται ήδη, έστω κι έμμεσα, και τον ρόλο του -πραγματικού- ειρηνοποιού. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, η Κίνα σε συνεργασία με το Πακιστάν διαδραμάτισε καθοριστικότατο ρόλο στη διπλωματική διαδικασία που οδήγησε τελικά στη συμφωνία εκεχειρίας στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Με τις αναφορές του διεθνούς Τύπου να επισημαίνουν ότι η πραγματική κινητήρια δύναμη πίσω από την προσπάθεια αυτή φαίνεται να ήταν το ότι η κινεζική διπλωματία απέκτησε πρόσθετους μοχλούς πίεσης, ενώ ταυτόχρονα έπεισε πως μπορεί να γίνει και η γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές.
Μέσα σε αυτό το κάδρο εντάσσεται βέβαια και το πρόσφατο κινεζικό βέτο στο ψήφισμα που ήρθε στο Συμβούλιο Ασφάλειας του ΟΗΕ για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ. Η πρωτοβουλία, που υποστηριζόταν από ΗΠΑ, χώρες του Κόλπου και άλλους συμμάχους, έλαβε 11 ψήφους υπέρ, αλλά κατέρρευσε λόγω αντίθεσης μόνιμων μελών του Συμβουλίου. Οι Κινέζοι διπλωμάτες αιτιολόγησαν την άρνησή τους υποστηρίζοντας ότι το κείμενο δεν αποτυπώνει πλήρως το «βαθύ και πολυμερές» υπόβαθρο της σύγκρουσης και ενδέχεται να ενισχύσει μονομερείς στρατιωτικές λύσεις. Τι αποκάλυψε όμως στην πραγματικότητα η στάση της Κίνας; Πως προτιμά να διακηρύσσει την προώθηση της ειρήνης και της σταθερότητας ως στρατηγική της επιλογή με άλλα μέσα, την ώρα που αποστασιοποιείται εμφατικά από πρωτοβουλίες που θα της προσδώσουν τον ρόλο ακόμη ενός «χωροφύλακα» του πλανήτη.



