Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, προειδοποίησε ανοιχτά την Αβάνα ότι ο αποκλειστικός στόχος της Ουάσιγκτον είναι η ανατροπή του κομμουνιστικού καθεστώτος. Η δήλωση αυτή έρχεται αμέσως μετά την επίσημη απαγγελία κατηγοριών από την αμερικανική δικαιοσύνη εναντίον του πρώην προέδρου της Κούβας, Ραούλ Κάστρο.
Την ίδια στιγμή, η στρατιωτική κινητικότητα στην περιοχή εντείνει τις ανησυχίες. Ο αμερικανικός στρατός ανακοίνωσε την είσοδο του αεροπλανοφόρου USS Nimitz και της συνοδείας του στην Καραϊβική Θάλασσα. Παρά το γεγονός αυτό, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, ερωτηθείς σχετικά, αρνήθηκε ότι η αποστολή συνιστά προσπάθεια εκφοβισμού του νησιού.
Ο Μάρκο Ρούμπιο, μιλώντας σε δημοσιογράφους στο Μαϊάμι, χαρακτήρισε την Κούβα ως «αποτυχημένο κράτος» και τόνισε ότι το παρόν πολιτικό σύστημα δεν επιδέχεται διορθώσεις. Ανέφερε επίσης ότι, παρά την προσωρινή αποδοχή από την Αβάνα μιας αμερικανικής οικονομικής βοήθειας ύψους 100 εκατομμυρίων δολαρίων με αντάλλαγμα μεταρρυθμίσεις, η συμφωνία παραμένει στον αέρα. Η Ουάσιγκτον επιμένει να παρακάμψει τον ελεγχόμενο από τον στρατό όμιλο GAESA, ο οποίος κυριαρχεί στην κουβανική οικονομία και στον οποίο επιβλήθηκαν πρόσφατα νέες κυρώσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Ρούμπιο γνωστοποίησε μέσω ανάρτησης στο «Χ» τη σύλληψη της Άντις Λάστρες Μορέρα, αδελφής του επικεφαλής του GAESA, στη Φλόριντα, μετά την ακύρωση του καθεστώτος μόνιμης διαμονής της.
Οι Κουβανοί πολίτες βιώνουν ήδη τις δραματικές συνέπειες της κρίσης, με διακοπές ρεύματος που αγγίζουν τις 20 ώρες την ημέρα, ελλείψεις σε νερό και βασικά αγαθά, καθώς και ανεξέλεγκτο πληθωρισμό, καταστάσεις που επιδεινώθηκαν μετά τον τερματισμό της δωρεάν παροχής πετρελαίου από τη Βενεζουέλα λόγω της εκεί αμερικανικής επέμβασης.
Οι κατηγορίες εναντίον του Ραούλ Κάστρο αφορούν τη συνωμοσία και την κατάρριψη δύο πολιτικών αεροσκαφών το 1996, στα οποία επέβαιναν εξόριστοι Κουβανοί. Η Αβάνα υποστηρίζει ότι επρόκειτο για νόμιμη αυτοάμυνα έναντι παραβίασης του εναέριου χώρου της και κάλεσε τον πληθυσμό σε μαζική διαμαρτυρία έξω από την πρεσβεία των ΗΠΑ.
Η επιθετική στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ, η οποία εξελίσσεται παράλληλα με τις προσπάθειες τερματισμού της πολεμικής σύρραξης με το Ιράν, προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Κίνας και της Ρωσίας. Το Πεκίνο κάλεσε την Ουάσιγκτον να σταματήσει τις απειλές χρήσης βίας, ενώ το Κρεμλίνο, μέσω του Ντμίτρι Πεσκόφ, καταδίκασε τις μεθόδους αυτές, τονίζοντας ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται εναντίον νυν ή πρώην αρχηγών κρατών.
