Το κόστος δανεισμού της Γαλλίας καταγράφει ραγδαία άνοδο, καθώς οι επενδυτές παγκοσμίως συνειδητοποιούν τον κίνδυνο μιας πλήρους κρίσης δημόσιου χρέους στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης. Η πίεση στις χρηματοπιστωτικές αγορές έχει αρχίσει να ξεπερνά τα γαλλικά σύνορα, πυροδοτώντας φόβους ότι η πολιτική δυσλειτουργία στο Παρίσι θα μπορούσε να προκαλέσει ένα ευρύτερο περιφερειακό πρόβλημα, ξυπνώντας μνήμες από την κρίση χρέους που απείλησε την επιβίωση του ευρώ πριν από 15 χρόνια.
Η ρίζα του προβλήματος εντοπίζεται στα χρόνια δημοσιονομικά ελλείμματα, καθώς η Γαλλία έχει να παρουσιάσει ισοσκελισμένο προϋπολογισμό εδώ και περισσότερα από 30 χρόνια. Από το 2019, η χώρα αδυνατεί να διατηρήσει το έλλειμμά της εντός των ορίων της ΕΕ, δεχόμενη πιέσεις από το αυξανόμενο κόστος του συνταξιοδοτικού της συστήματος, τις ανάγκες επανεξοπλισμού και την πράσινη μετάβαση. Το βάρος του χρέους αυξάνεται πλέον με τέτοιο ρυθμό που εγείρονται έντονες αμφιβολίες για τη δυνατότητα ομαλής αποπληρωμής του.
Εκτόξευση των αποδόσεων και φόβοι μετάδοσης
Για πολλά χρόνια, το ασφάλιστρο κινδύνου που απαιτούσαν οι επενδυτές για να διακρατήσουν γαλλικά δεκαετή ομόλογα έναντι των αντίστοιχων γερμανικών μετριόταν σε ελάχιστες μονάδες. Ωστόσο, μετά την πανδημία και ειδικότερα μετά το πολιτικό ρίσκο των πρόωρων εκλογών του Εμανουέλ Μακρόν πριν από δύο χρόνια, η διαφορά αυτή άρχισε να διευρύνεται. Το spread εκτινάχθηκε από τις 0,55 ποσοστιαίες μονάδες στα μέσα Σεπτεμβρίου στις 1,45 μονάδες μέχρι το πρωί της Δευτέρας, αγγίζοντας επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από την κρίση του 2012. Σε απόλυτους αριθμούς, η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς ομολόγου πλησιάζει το 5%, σημειώνοντας υψηλό 18 ετών (από το 2008).
Η κατάσταση είναι τόσο πιεστική που ο διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας, Εμανουέλ Μουλέν, προειδοποίησε ότι πρέπει να γίνουν τα πάντα για να αποφευχθεί μια κρίση χρέους ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027. Παράλληλα, η νευρικότητα μεταδίδεται στην υπόλοιπη Ευρώπη, με τα spreads να διευρύνονται επίσης για την Ιταλία, το Βέλγιο και την Ελλάδα. Αντανακλώντας αυτή την ευρύτερη ανησυχία, το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα υποχώρησε τη Δευτέρα σε χαμηλό 17 μηνών έναντι του δολαρίου.
Ο κίνδυνος ενός μαζικού ξεπουλήματος ενισχύεται από το γεγονός ότι περισσότερο από το μισό γαλλικό χρέος βρίσκεται στα χέρια ξένων επενδυτών, οι οποίοι τείνουν να αποχωρούν γρηγορότερα σε περιόδους αστάθειας, σε αντίθεση με την Ιταλία όπου ο δανεισμός είναι κυρίως εγχώριος. Ενδεικτικό της τάσης είναι το γεγονός πως η Sumitomo Mitsui DS Asset Management, ένας από τους μεγαλύτερους διαχειριστές κεφαλαίων της Ιαπωνίας, ανακοίνωσε το περασμένο Σαββατοκύριακο ότι προχώρησε σε ρευστοποίηση του συνόλου του γαλλικού χρέους που κατείχε.
Τα εργαλεία της ΕΚΤ και ο σκόπελος του Βερολίνου
Η προσοχή των αγορών στρέφεται πλέον στο πώς θα αντιδράσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία διαθέτει το Μέσο Προστασίας της Μετάδοσης (TPI). Το συγκεκριμένο εργαλείο επιτρέπει στην ΕΚΤ να αγοράζει κρατικά ομόλογα στη δευτερογενή αγορά, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η εκάστοτε χώρα εφαρμόζει βιώσιμες δημοσιονομικές πολιτικές. Σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο της Allianz Global Investors, Κρίστιαν Σουλτς, μια τέτοια βοήθεια προς τη Γαλλία θα απαιτούσε πραγματική δέσμευση στη δημοσιονομική πειθαρχία, κάτι που θεωρείται πολιτικά σχεδόν αδύνατο πριν από τις κάλπες του 2027.
Μια εναλλακτική παρέμβαση θα ήταν η προσωρινή παύση της ποσοτικής σύσφιγξης από την ΕΚΤ, ώστε να επανεπενδύσει «ευέλικτα» τα ομόλογα που λήγουν. Την άποψη αυτή διατύπωσε ο Κάρστεν Μπρζέσκι της ING, ενώ παρόμοια προοπτική υποστήριξαν ο πρώην αξιωματούχος της ΕΚΤ, Λορέντζο Μπίνι Σμάγκι, καθώς και ο υποψήφιος της αριστεράς στη Γαλλία, Ζαν-Λυκ Μελανσόν, ο οποίος ζήτησε να μπει ένα μέρος του χρέους «στην κατάψυξη».
Παρότι η ΕΚΤ θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει και το «όπλο» των επιτοκίων για να συγκρατήσει το κόστος δανεισμού, ο πληθωρισμός της Ευρωζώνης, που άγγιξε το 3,8% τον Σεπτέμβριο σημειώνοντας υψηλό τριετίας, περιορίζει τα περιθώρια των ελιγμών της Κριστίν Λαγκάρντ. Όπως επισημαίνει ο Ρόμπιν Μπρουκς, αναλυτής του Brookings Institution, η ΕΚΤ δεν πρόκειται να βιαστεί να προχωρήσει σε διάσωση. Ξεκαθαρίζει ωστόσο ότι, αν η στήριξη της Γαλλίας αποτελέσει τον μοναδικό τρόπο για να διατηρηθεί η συνοχή του ευρώ, η Κεντρική Τράπεζα θα το πράξει, ακόμα και αν αυτό προκαλέσει «απόλυτη φρίκη στη Γερμανία και την υπόλοιπη Βόρεια Ευρώπη».

