Την άμεση εφαρμογή της συμφωνίας αμοιβαίας άμυνας, η οποία είχε υπογραφεί τον περασμένο Αύγουστο στη Μέκκα, αποφάσισαν Σαουδική Αραβία, Τουρκία και Πακιστάν. Έπειτα από τριμερή συνάντηση στο Ριάντ, οι τρεις κυβερνήσεις προχωρούν στην ταχεία ανάπτυξη τουρκικών και πακιστανικών στρατιωτικών δυνάμεων στο Βασίλειο. Η συμφωνία λειτουργεί στα πρότυπα του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ, ορίζοντας ότι η επίθεση σε έναν από τους συμμάχους θεωρείται επίθεση εναντίον όλων. Στόχος είναι η αναχαίτιση των συνεχιζόμενων επιθέσεων —κυρίως από τους Χούθι της Υεμένης— εναντίον πόλεων, οικονομικών εγκαταστάσεων και ιερών τόπων του Ισλάμ, όπως η Μέκκα και η Μεδίνα.
Η εξέλιξη αυτή ωστόσο αναδεικνύει το απόλυτο οξύμωρο της ισχύος της Σαουδικής Αραβίας: ένα κράτος με αμύθητο πλούτο, μεγάλο πληθυσμό και την ικανότητα να εκβιάζει ολόκληρο τον πλανήτη μέσω των τιμών του πετρελαίου, αποδεικνύεται ανίκανο να υπερασπιστεί τα ίδια του τα εδάφη. Αντί να στηριχθεί στις δικές του δυνάμεις, το Ριάντ επιλέγει τη λύση του «δανεικού» στρατού, νοικιάζοντας στρατιωτική προστασία από τη μοναδική μουσουλμανική πυρηνική δύναμη (Πακιστάν) και τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ (Τουρκία).
Αυτή η νέα γεωπολιτική πραγματικότητα αφήνει απόλυτα έκθετη την εξωτερική πολιτική της Αθήνας. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη διατηρεί αυτή τη στιγμή στη Σαουδική Αραβία ελληνική συστοιχία Patriot, προσφέροντας κρίσιμη αντιαεροπορική κάλυψη σε ένα κράτος το οποίο συγκροτεί ενιαίο, ενεργό στρατιωτικό μέτωπο με τη σταθερή απειλή της Ελλάδας, την Τουρκία. Το να καλύπτεις με δικές σου δυνάμεις τους άμεσους συμμάχους των εχθρών σου στερείται κάθε εθνικής λογικής. Αντί για νέες, σιωπηρές παρατάσεις παραμονής στην αραβική χερσόνησο, η μόνη επιβεβλημένη κίνηση για την ελληνική κυβέρνηση είναι η άμεση επιστροφή των ελληνικών Patriot στη βάση τους.
