Η ιδιωτική ασφάλιση υγείας, που για δεκαετίες παρουσιαζόταν ως δίχτυ «προστασίας» για τις δύσκολες στιγμές, μετατρέπεται σήμερα σε δυσβάσταχτο βάρος για χιλιάδες πολίτες. Με τις πλάτες της κυβερνητικής αδράνειας, οι ασφαλιστικές εταιρίες συνεχίζουν να επιβάλλουν υπέρογκες αυξήσεις στα ισόβια ασφάλιστρα, ωθώντας τους ασφαλισμένους -πολλοί από αυτούς ηλικιωμένοι και οικονομικά εξαντλημένοι- εκτός συστήματος. Την ώρα που η ακρίβεια συμπιέζει τα εισοδήματα και η δημόσια υγεία δοκιμάζεται, η ιδιωτική ασφάλιση εξελίσσεται σε προνόμιο για λίγους.
- Από την
Ιωάννα Τσέφλιου
Είναι χαρακτηριστικό πως η Ενωση Καταναλωτών – Η Ποιότητα Της Ζωής (ΕΚΠΟΙΖΩ) συνεχίζει να λαμβάνει καθημερινά πλήθος καταγγελιών από καταναλωτές, οι οποίοι βρίσκονται ξανά αντιμέτωποι με καταχρηστικές πρακτικές των ασφαλιστικών εταιριών, αναφορικά με τις αυξήσεις των ασφαλίστρων για τα έτη 2025-2026 στα ισόβια συμβόλαια υγείας. Οπως επισημαίνεται, πρόκειται για αναπροσαρμογές που δεν συμβαδίζουν ούτε με το θεσμικό πλαίσιο ούτε με την οικονομική πραγματικότητα των ασφαλισμένων.
«Ο δείκτης του ΙΟΒΕ, ο οποίος ίσχυε για τη χρονική περίοδο 2022-2024 και στον οποίο βασίστηκαν οι υπέρογκες αυξήσεις που είχαν ως αποτέλεσμα χιλιάδες ασφαλισμένοι να εγκαταλείψουν τα ισόβια συμβόλαια που πλήρωναν επί δεκαετίες, καταργήθηκε με νέα νομοθετική ρύθμιση στις 16 Ιανουαρίου 2025 (Ν.5170/2025), κατόπιν παρέμβασης και της ΕΚΠΟΙΖΩ, γεγονός που επιβεβαιώνει την καταχρηστική και μη σύννομη αύξηση των ασφαλίστρων των τελευταίων χρόνων» δηλώνει στη «δημοκρατία» η πρόεδρος της ΕΚΠΟΙΖΩ Παναγιώτα Καλαποθαράκου.

Οπως εξηγεί, παρά τη θεσμική αυτή εξέλιξη, οι ασφαλιστικές εταιρίες επιμένουν στην ίδια πρακτική, σε μια περίοδο που οι καταναλωτές δηλώνουν αδυναμία να ανταποκριθούν στον ρυθμό των αυξήσεων. «Με την κατάργηση του δείκτη του ΙΟΒΕ οι αυξήσεις στα ισόβια συμβόλαια υγείας θα έπρεπε να ήταν μειωμένες για το 2025, οι ασφαλιστικές εταιρίες όμως συνεχίζουν με τρόπο απαράδεκτο και αδικαιολόγητο να χρεώνουν τους ασφαλισμένους με υπέρογκες αυξήσεις που κυμαίνονται από 10% έως 14%» τονίζει, υπογραμμίζοντας ότι η πρακτική αυτή επιτείνει την ανασφάλεια των πολιτών και διαβρώνει την εμπιστοσύνη στην ιδιωτική ασφάλιση.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με την ίδια, παραμένει οξύ και για τα επόμενα έτη, καθώς καθυστερεί η ανακοίνωση του νέου αντικειμενικού δείκτη. «Το εν λόγω πρόβλημα συνεχίζει να υφίσταται, καθότι εκκρεμεί η κατάρτιση του νέου σχετικού δείκτη, ο οποίος σύμφωνα με την υπ’ αρ. Απόφαση 74816/30/09/2025 θα δημοσιεύεται κάθε έτος από την Ελληνική Στατιστική Αρχή, με ισχύ από 1η Ιανουαρίου 2026. Ο δείκτης έπρεπε να είχε δημοσιευθεί έως τις 15 Δεκεμβρίου 2025, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει και συνεχίζουμε να δεχόμαστε σωρεία καταγγελιών» επισημαίνει.
Η καθυστέρηση αυτή, όπως σημειώνει, δημιουργεί κλίμα αβεβαιότητας και έντονο άγχος στους ασφαλισμένους, καθώς χωρίς επίσημο δείκτη οι εταιρίες συνεχίζουν να προχωρούν σε αυξήσεις άνω του 10% και για τα έτη 2026-2027. «Οι αναπροσαρμογές αυτές είναι καταχρηστικές, αδικαιολόγητες και αβάσιμες. Δεν υπάρχει νομοθετικό κενό που να τις δικαιολογεί. Στα ισόβια ασφαλιστήρια οι αυξήσεις θα έπρεπε να κινούνται στο 3% με 4%» υπογραμμίζει η πρόεδρος της ΕΚΠΟΙΖΩ.
Η εικόνα της αποδόμησης είναι αποκαλυπτική. Από 711.000 ισόβια ασφαλιστήρια το 2011, ο αριθμός τους μειώθηκε σε 278.000 το 2023 και σήμερα δεν ξεπερνά τις 220.000.
«Φοβόμαστε ότι και για το 2026 ο δείκτης δεν θα ανακοινωθεί εγκαίρως και οι ασφαλιστικές θα συνεχίσουν τις καταχρηστικές, αδικαιολόγητες και αβάσιμες αναπροσαρμογές» προειδοποιεί η κυρία Καλαποθαράκου, υπενθυμίζοντας ότι πρόσφατα αποτράπηκε, έπειτα από παρέμβαση της Ενωσης, σχέδιο που θα μετέφερε το κόστος νοσηλείας αρχικά στους ασφαλισμένους, με αποζημίωση εκ των υστέρων.
Επίκαιρη ερώτηση στη Βουλή για τις αυξήσεις στα ιδιωτικά ασφάλιστρα υγείας
Το χάσμα ανάμεσα στην κοινοβουλευτική ρητορική της κυβέρνησης και την πραγματικότητα που βιώνουν οι ασφαλισμένοι αποτυπώθηκε με σαφήνεια στη Βουλή μετά την επίκαιρη ερώτηση που κατέθεσε η Μιλένα Αποστολάκη για το ζήτημα των αυξήσεων στα ιδιωτικά ασφάλιστρα υγείας. Η εισηγήτρια του ΠΑΣΟΚ κατηγόρησε ευθέως την κυβέρνηση ότι έχει αφήσει τους πολίτες απροστάτευτους απέναντι σε μια αγορά που λειτουργεί ανεξέλεγκτα, ευνοώντας στην πράξη τις ασφαλιστικές εταιρίες.
Οπως τόνισε, τα τελευταία χρόνια τα ασφάλιστρα αυξάνονται υπερβολικά, με αποτέλεσμα χιλιάδες πολίτες να αναγκάζονται να εγκαταλείψουν ισόβια συμβόλαια τα οποία πλήρωναν επί δεκαετίες. Η εξέλιξη αυτή, σύμφωνα με την ίδια, δεν είναι τυχαία, αλλά αποτέλεσμα συγκεκριμένων κυβερνητικών επιλογών, που επέτρεψαν αυξήσεις με αδιαφανείς δείκτες, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο και χωρίς μηχανισμούς προστασίας των ασφαλισμένων.
Απέναντι σε αυτή την κριτική, η απάντηση του υπουργού Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος κινήθηκε σε εντελώς διαφορετικό μήκος κύματος, αγγίζοντας τα όρια του εμπαιγμού. «Είμαστε εδώ για να προασπίζουμε τα συμφέροντα των καταναλωτών» δήλωσε, υποστηρίζοντας ότι το υπουργείο ζήτησε από τις ασφαλιστικές εταιρίες να κινηθούν «στα όρια του πληθωρισμού υγείας». Προχώρησε μάλιστα ένα βήμα παραπέρα, εκφράζοντας την «πίστη» του ότι οι αυξήσεις θα κινηθούν στα επίπεδα του 7%, όπως πέρυσι.
Η κυβερνητική αυτή τοποθέτηση, ωστόσο, διαψεύδεται ευθέως από τα πραγματικά δεδομένα και τις καταγγελίες που κατακλύζουν την ΕΚΠΟΙΖΩ. Αυξήσεις της τάξης του 10% έως
14% για το 2025 έχουν κατακλύσει την πλατφόρμα της οργάνωσης, ενώ η καθυστέρηση θέσπισης επίσημου δείκτη για τα επόμενα έτη αφήνει τις ασφαλιστικές να κινούνται ανεξέλεγκτα. Καμία «προσαρμογή στη λογική» δεν προκύπτει στην πράξη, παρά μόνο μια αγορά που συνεχίζει να επιβαρύνει μονομερώς τους ασφαλισμένους.
Οταν ο αρμόδιος υπουργός περιορίζεται σε ευχές και προσδοκίες περί «θετικής ανταπόκρισης» της αγοράς, αντί για δεσμευτικές ρυθμίσεις και ελέγχους, τότε δεν μιλάμε για πολιτική προστασίας των καταναλωτών, αλλά για θεσμική ανοχή. Και αυτή η ανοχή μεταφράζεται σε χιλιάδες πολίτες που εξαναγκάζονται να εγκαταλείψουν την ασφάλισή τους, πληρώνοντας το τίμημα μιας κυβερνητικής επιλογής να αφήσει τις ασφαλιστικές να λειτουργούν χωρίς ουσιαστικό φρένο.


