Ποια αγροτικά προϊόντα καταρρέουν και ποια αντέχουν
Για δεύτερη διαδοχική χρονιά, η διεθνής αγορά αγροτικών προϊόντων κινήθηκε καθοδικά, επιβεβαιώνοντας ότι ο κλάδος διανύει περίοδο προσαρμογής μετά τα έντονα ράλι των προηγούμενων ετών. Η υποχώρηση του σχετικού δείκτη ήταν αισθητά εντονότερη σε σύγκριση με το 2024, αποτυπώνοντας τη συσσώρευση πιέσεων που προέρχονται τόσο από την πλευρά της προσφοράς όσο και από το ευρύτερο μακροοικονομικό περιβάλλον.
Η εικόνα της αγοράς διαμορφώθηκε μέσα σε συνθήκες υπερπροσφοράς, με τα παγκόσμια αποθέματα βασικών αγροτικών προϊόντων να διευρύνονται και τη ζήτηση να ενισχύεται με πιο αργούς ρυθμούς. Το πλεονασματικό αυτό περιβάλλον λειτούργησε ως βασικός καταλύτης για τη συμπίεση των τιμών, ενώ παράλληλα η αβεβαιότητα γύρω από την εμπορική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών πρόσθεσε έναν ακόμη παράγοντα αστάθειας στις διεθνείς αγορές.
Σε επίπεδο επιμέρους προϊόντων, το 2025 χαρακτηρίστηκε από έντονες αποκλίσεις. Οι μεγαλύτερες απώλειες καταγράφηκαν σε χυμό πορτοκαλιού, ρύζι και ζάχαρη, ενώ αρνητικό πρόσημο εμφάνισαν επίσης το σιτάρι, το βαμβάκι και το καλαμπόκι.
Υψηλή μεταβλητότητα και το 2026
Οι προοπτικές για το 2026 παραμένουν σύνθετες. Οι διεθνείς αγορές αγροτικών προϊόντων αναμένεται να συνεχίσουν να χαρακτηρίζονται από αυξημένη μεταβλητότητα, καθώς η παγκόσμια προσφορά, οι διαφοροποιήσεις στη ζήτηση μεταξύ περιοχών, οι κλιματικές εξελίξεις και οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι συνθέτουν ένα ιδιαίτερα ρευστό σκηνικό. Η μετάβαση από το φαινόμενο La Niña στο El Niño εκτιμάται ότι θα διατηρήσει την κλιματική αβεβαιότητα ως κρίσιμο παράγοντα διαμόρφωσης των τιμών, ενώ η πιθανή περαιτέρω υποχώρηση του δολαρίου θα μπορούσε να λειτουργήσει υποστηρικτικά για τις αγορές.
Στα σιτηρά, καλαμπόκι και σιτάρι εισέρχονται στο νέο έτος με «βαριά» εικόνα προσφοράς, περιορίζοντας τις πιθανότητες ουσιαστικής ανόδου των τιμών, εκτός εάν προκύψουν ισχυροί εξωγενείς παράγοντες. Αντίθετα, η σόγια εμφανίζει πιο ισορροπημένα θεμελιώδη μεγέθη, καθώς η σταθερή ζήτηση αντισταθμίζει σε μεγάλο βαθμό την αυξημένη παραγωγή στη Λατινική Αμερική.
Βιοκαύσιμα, Κίνα και ζάχαρη στο επίκεντρο
Καθοριστικό ρόλο για τη μελλοντική πορεία των τιμών αναμένεται να διαδραματίσουν οι αμερικανικές πολιτικές βιοκαυσίμων, αλλά και η δυναμική της κινεζικής ζήτησης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αγορά ζάχαρης, όπου τα πλεονάσματα φαίνεται να έχουν φτάσει στο υψηλότερο σημείο τους. Οι ενδείξεις υποχώρησης των πιέσεων ανοίγουν τον δρόμο για σταθεροποίηση ή ακόμη και ήπια ενίσχυση των τιμών. Η αυξανόμενη χρήση ζαχαροκάλαμου για την παραγωγή αιθανόλης, σε συνδυασμό με τη βελτίωση των τιμών του πετρελαίου, ενισχύει το κίνητρο μετατόπισης μέρους της παραγωγής προς τα βιοκαύσιμα.
Στην αγορά βοοειδών, οι συνθήκες παραμένουν ιδιαίτερα «σφιχτές». Η αναπλήρωση των κοπαδιών εξελίσσεται αργά, παρά το γεγονός ότι το χαμηλότερο κόστος ζωοτροφών έχει βελτιώσει την κερδοφορία των παραγωγών. Η αυξημένη διακράτηση ζώων και η σταθερά ισχυρή ζήτηση συντηρούν τις ανοδικές πιέσεις στις τιμές, τάση που εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί.
Μακροοικονομικοί παράγοντες και εμπόριο
Συνολικά, η αποδυνάμωση του δολαρίου και οι θετικές προοπτικές της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας μπορούν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά για τις τιμές των αγροτικών προϊόντων. Ωστόσο, οι συνεχιζόμενοι δασμοί και οι στρεβλώσεις στο διεθνές εμπόριο εκτιμάται ότι, σε βάθος χρόνου, θα προσθέσουν νέες ανοδικές πιέσεις.
Ενδεικτική της διαφοροποίησης εντός των αγορών ήταν και η εικόνα του Ιανουαρίου, όταν ο δείκτης αγροτικών προϊόντων υποχώρησε, την ώρα που ο ευρύτερος δείκτης εμπορευμάτων κατέγραψε σημαντική άνοδο. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά την επίδραση ευνοϊκότερων μακροοικονομικών και εμπορικών συνθηκών στο σύνολο των εμπορευμάτων, όπως η υποχώρηση του δολαρίου και η σταθεροποίηση των σχέσεων ΗΠΑ–Κίνας, που ενίσχυσαν τη ζήτηση και στήριξαν τις τιμές.


