Το ΕΕΑ επισημαίνει την ανάγκη άμεσης θέσπισης ενός ρεαλιστικού και δίκαιου διακανονισμού προς το Δημόσιο
Την ανάγκη άμεσης θέσπισης μιας νέας, ρεαλιστικής και δίκαιης ρύθμισης οφειλών έως 120 δόσεων προς το Δημόσιο υπογραμμίζει με δήλωσή του ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών (ΕΕΑ), Γιάννης Χατζηθεοδοσίου. Σημειώνεται πως τις προηγούμενες ημέρες το ίδιο αίτημα είχαν καταθέσει τόσο ο πρόεδρος του ΕΒΕΑ Γιάννης Μπρατάκος όσο και ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ Σταύρος Καφούνης.
Ετσι, σύσσωμη η αγορά καταθέτει το ίδιο αίτημα, με την κυβέρνηση να έχει απορρίψει στο παρελθόν εισηγήσεις για μια νέα ρύθμιση. Η πρόταση στοχεύει στην απελευθέρωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων από τη «θηλιά» των χρεών, χωρίς να επιβαρύνει τον κρατικό Προϋπολογισμό. Σύμφωνα με τον κ. Χατζηθεοδοσίου, χιλιάδες επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι βρίσκονται σήμερα «εγκλωβισμένοι» εκτός συστήματος.
Οι αιτίες είναι σαφείς:
• Αυστηρές προϋποθέσεις: Τα προηγούμενα σχήματα είχαν περιοριστικούς όρους που απέκλεισαν τη μαζική συμμετοχή.
• Υπέρογκοι τόκοι: Σε πολλές περιπτώσεις οι προσαυξήσεις υπερβαίνουν το αρχικό κεφάλαιο, καθιστώντας τα χρέη μη βιώσιμα.
• Αποσπασματικότητα: Οι οφειλέτες αντιμετωπίζουν εμπόδια, καθώς οι ρυθμίσεις δεν ήταν ενιαίες για Εφορία και ασφαλιστικά ταμεία.
Η πρόταση του ΕΕΑ, η οποία έχει κατατεθεί επίσημα στην κυβέρνηση, βασίζεται σε τρεις κεντρικούς άξονες:
1 Ευρείες προϋποθέσεις ένταξης: Δυνατότητα πρώτης ένταξης ή επανένταξης για όλους τους οφειλέτες, ώστε τα «νεκρά» χρέη να μετατραπούν σε πραγματικά έσοδα για το κράτος.
2 Δραστική μείωση προσαυξήσεων: Διαγραφή ή γενναίο «κούρεμα» των τόκων που συσσωρεύτηκαν τα προηγούμενα χρόνια.
3 Ενιαίο μέτωπο οφειλών: Η ρύθμιση να περιλαμβάνει το σύνολο των υποχρεώσεων (Εφορία και ταμεία), καθώς οι επιχειρήσεις λειτουργούν συνολικά και όχι αποσπασματικά.
Δημοσιονομικό όφελος
Ο πρόεδρος του ΕΕΑ ξεκαθαρίζει ότι το μέτρο αυτό δεν κοστίζει τίποτα στον κρατικό κορβανά. Αντίθετα, ενισχύει άμεσα τα δημόσια έσοδα μέσω της είσπραξης οφειλών που θεωρούνταν χαμένες, τονώνει την οικονομική δραστηριότητα και τη ρευστότητα στην αγορά και δίνει μια «δεύτερη ευκαιρία» σε βιώσιμες επιχειρήσεις που ασφυκτιούν κάτω από το βάρος του παρελθόντος.


