Επίσημα στοιχεία-σοκ αποκαλύπτουν ότι πάνω από 2.800.000 πολίτες διαβιούν στο όριο της οικονομικής εξαθλίωσης και του κοινωνικού αποκλεισμού! Σε ραγδαία πτώση όλοι οι βασικοί δείκτες που αποτυπώνουν την πραγματικότητα
Σε μια μεγάλη «φούσκα» αναδεικνύεται το περιβόητο success story της κυβέρνησης, η οποία διαφημίζει υπερδιπλάσια ανάπτυξη σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη, τεράστια υπερπλεονάσματα και φορολογικά υπερέσοδα, καθώς την ίδια στιγμή τα στοιχεία αποκαλύπτουν την εφιαλτική φτώχεια των ελληνικών νοικοκυριών.
Οι πολίτες που ζουν εδώ και χρόνια με μισθούς πείνας, σε μια εργασιακή ζούγκλα με 13ωρα, με υπέρογκους φόρους και καθημερινές ανατιμήσεις σε τρόφιμα και υπηρεσίες, παραμένουν στην κορυφή της λίστας με τους πιο φτωχούς της Ευρώπης. Πρόκειται για ακόμα ένα στοιχείο που αποδεικνύει πως η κυβέρνηση της Ν.Δ. έχει απομακρυνθεί πλήρως από τη φιλοσοφία των… νοικοκυραίων και της μεσαίας τάξης, με το μόνο της αφήγημα να αποτελεί η στήριξη των ευάλωτων με «ψίχουλα» την ώρα που έχει αναγάγει τον Προϋπολογισμό σε μια μηχανή παραγωγής φόρων.
Ακρως αποκαλυπτική είναι, λοιπόν, η Ερευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών το 2025, που έδωσε στη δημοσιότητα η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ.). Το κατώφλι της φτώχειας ανέρχεται στο ποσό των 7.020 ευρώ ετησίως για μονοπρόσωπο νοικοκυριό και σε 14.742 ευρώ για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών.
Επίσης, το κατώφλι της φτώχειας ορίζεται στο 60% του διάμεσου συνολικού ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, το οποίο εκτιμήθηκε σε 11.700 ευρώ, ενώ το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών της χώρας εκτιμήθηκε σε 21.724 ευρώ. Πάνω από 2,8 εκατ. Ελληνες κινδυνεύουν από φτώχεια ή από κοινωνικό αποκλεισμό, δηλαδή σχεδόν 1 στους 3 πολίτες διαβιοί στο όριο της οικονομικής εξαθλίωσης.
Πρόκειται για στοιχεία που δεν χωρούν καμία αμφισβήτηση από την κυβέρνηση, καθώς προέρχονται από τον πλέον επίσημο φορέα, την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ.). Συγκεκριμένα, η χώρα μας βρισκόταν στη δεύτερη θέση της λίστας μεταξύ των χωρών της Ε.Ε., πίσω από τη Βουλγαρία. Ωστόσο, σύντομα η γειτονική χώρα θα αφήσει την τελευταία θέση στην Ελλάδα.
Οπως αποκαλύπτουν τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., την ώρα που ο κίνδυνος φτώχειας μεγαλώνει στην Ελλάδα (αύξηση 0,6% σε σχέση με το 2024 που είχε βρεθεί στο 26,9%), στη Βουλγαρία μειώνεται χρόνο με τον χρόνο. Από το ιδιαίτερα υψηλό 31,7% το 2015, το ποσοστό μειώθηκε στο 29% το 2025. Παρά το γεγονός ότι παραμένει πρώτη, η βελτίωση είναι σημαντική και δείχνει μια σταδιακή σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Μείωση
Ανάλογη πορεία εμφανίζει και η Ρουμανία, όπου το ποσοστό μειώθηκε αισθητά από 36,1% το 2019 σε 27,4% το 2025. Αν και εξακολουθεί να βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα και μια ανάσα από τα ελληνικά ποσοστά, η μείωση που έχει καταγραφεί στη Ρουμανία είναι εντυπωσιακή. Η πορεία της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει έντονες διακυμάνσεις, οι οποίες συνδέονται άμεσα με τις οικονομικές εξελίξεις και κυρίως με τα μέτρα στήριξης της περιόδου της πανδημίας.
Το 2019 το ποσοστό του πληθυσμού που βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ήταν στο 29%. Το 2020, με το ξέσπασμα της πανδημίας, το ποσοστό μειώθηκε στο 27,4% και παρέμεινε σχετικά χαμηλό και το 2022 (26,3%) και το 2023 (26,1%). Ωστόσο, αυτή η μείωση δεν είναι τυχαία. Εκείνη την περίοδο εφαρμόστηκαν εκτεταμένα μέτρα στήριξης, όπως επιδόματα, αναστολές εργασίας, ενισχύσεις σε επιχειρήσεις, αλλά και αναστολές πληρωμής φόρων ή και δανείων.
Προσωρινό μαξιλάρι
Με απλά λόγια, το κράτος «έριξε χρήμα» στην οικονομία για να στηρίξει τα εισοδήματα που είχαν πληγεί από τα συνεχή lockdowns. Αυτά λειτούργησαν σαν ένα προσωρινό μαξιλάρι για πολλούς πολίτες, συγκρατώντας τον δείκτη φτώχειας. Ωστόσο, από το 2023 και μετά τα μέτρα αυτά άρχισαν να αποσύρονται σταδιακά. Το αποτέλεσμα ήταν να αυξηθεί ξανά το ποσοστό, το οποίο έφτασε στο 26,9% το 2024 και στο 27,5% το 2025. Οταν σταμάτησε η κρατική στήριξη, τα εισοδήματα πολλών νοικοκυριών δεν κατάφεραν να διατηρηθούν στα ίδια επίπεδα. Σε συνδυασμό με την ακρίβεια και το αυξημένο κόστος ζωής, αυτό οδήγησε σε νέα άνοδο του κινδύνου φτώχειας.
Μεγάλο «παραμύθι» η σύγκλιση με την υπόλοιπη Ευρώπη
Τα στοιχεία αποτυπώνουν και κάτι ακόμα: η προσπάθεια της Ελλάδας να πετύχει την περιβόητη σύγκλιση με την υπόλοιπη Ευρώπη δεν θα ήταν υπερβολή να χαρακτηριστεί ακόμα ένα κυβερνητικό «παραμύθι». Η ευημερία σε μακροοικονομικούς δείκτες όπως η ανάπτυξη ή το πλεόνασμα δεν αποτυπώνει την κατάσταση που επικρατεί πραγματικά στους πολίτες μιας χώρας, σε αντίθεση με τα ποσοστά για τη φτώχεια ή το διαθέσιμο εισόδημα.
Σε αυτούς τους δείκτες η θέση της Ελλάδας βρίσκεται στον… πάτο της ευρωπαϊκής κατάταξης, συγκρινόμενη μόνο με τη Βουλγαρία, η οποία μόλις πριν από τρεις μήνες εισήλθε στην ευρωζώνη. Ακόμα και οι χώρες που ευρωπαϊκού Νότου, με τις οποίες γίνεται συχνά σύγκριση με την Ελλάδα, διαθέτουν πολύ διαφορετική εικόνα. Στην Ισπανία τα ποσοστά για τον κίνδυνο φτώχειας βρίσκονται τα τελευταία χρόνια σε σχετικά σταθερά ποσοστά και συγκεκριμένα στην περιοχή του 25%-26%.
Αντίθετα, η Πορτογαλία έχει καταγράψει αισθητή μείωση, από 21,1% το 2019 σε 18,6% το 2025, γεγονός που την απομακρύνει από τις πιο ευάλωτες χώρες. Ακόμα χαμηλότερα βρίσκονται οι ισχυρές οικονομίες της κεντρικής και της βόρειας Ευρώπης. Η Γερμανία διατηρεί σταθερά ποσοστά γύρω στο 21%, ενώ χώρες όπως η Σουηδία, η Φινλανδία και η Ολλανδία κινούνται μεταξύ 15% και 19%, εμφανίζοντας μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι στον κίνδυνο φτώχειας (βλέπε πίνακα).

Ποιες κοινωνικές ομάδες είναι περισσότερο εκτεθειμένες
Ακόμα πιο αποκαλυπτικά από τα συνολικά ποσοστά είναι τα ποιοτικά στοιχεία της έρευνας της ΕΛ.ΣΤΑΤ. τα οποία δείχνουν με σαφήνεια ποιες κοινωνικές ομάδες βρίσκονται περισσότερο εκτεθειμένες στον κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. Στην κορυφή της λίστας βρίσκονται τα μονογονεϊκά νοικοκυριά. Το ποσοστό για νοικοκυριά με έναν ενήλικα και τουλάχιστον ένα εξαρτώμενο παιδί φτάνει στο ιδιαίτερα υψηλό 36,1%.
Αυτό σημαίνει ότι πάνω από 1 στους 3 σε αυτή την κατηγορία αντιμετωπίζει σοβαρό οικονομικό κίνδυνο. Αντίθετα, στα νοικοκυριά με δύο ενήλικες και ένα παιδί το ποσοστό περιορίζεται στο 22,1%, παραμένοντας όμως σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Σημαντικές διαφοροποιήσεις καταγράφονται και ανάλογα με τη στέγαση. Οσοι ζουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία με τιμές αγοράς εμφανίζουν υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας (30,6%), καθώς το κόστος στέγασης απορροφά μεγάλο μέρος του εισοδήματος. Αντίθετα, όσοι έχουν ιδιόκτητη κατοικία με δάνειο βρίσκονται στο 22,5%, ενώ όσοι δεν έχουν καμία οικονομική υποχρέωση για το σπίτι τους φτάνουν στο 26,3%.
Σε δύο μεγάλες γεωγραφικές περιοχές (Αττική, νησιά Αιγαίου και Κρήτη) καταγράφονται ποσοστά κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού χαμηλότερα από αυτό του συνόλου της χώρας, ενώ στις άλλες δύο μεγάλες γεωγραφικές περιοχές (βόρεια Ελλάδα, κεντρική Ελλάδα) τα αντίστοιχα ποσοστά είναι υψηλότερα.
Το 22,8% των παιδιών είναι στο φάσμα της πενίας
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η εικόνα της παιδικής φτώχειας. Το ποσοστό για παιδιά ηλικίας έως 17 ετών ανέρχεται σε 22,8%, αυξημένο σε σχέση με το 2024. Για τις ηλικίες 18-64 ετών το ποσοστό διαμορφώνεται στο 18,2%, ενώ για τους άνω των 65 ετών φτάνει στο 20,9%, καταγράφοντας σημαντική επιδείνωση.
Παράλληλα, από τα στοιχεία της έρευνας της ΕΛ.ΣΤΑΤ. για το 2025 (εισοδήματα 2024) προκύπτει αύξηση της υλικής και κοινωνικής στέρησης για τα παιδιά ηλικίας 0-17 ετών, η οποία ανέρχεται σε 2 ποσοστιαίες μονάδες το 2025 (15,9%) σε σχέση με το 2024 (13,9%). Οσον αφορά την ηλικιακή ομάδα των ατόμων 65 ετών και άνω, παρατηρείται αύξηση της σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης κατά 1,3 ποσοστιαίες μονάδες το 2025 (14,1%) σε σχέση με το 2024 (12,8%).
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα ποσοστά φτώχειας διαφοροποιούνται ανάλογα με το όριο μέτρησης. Αν το κατώφλι οριστεί στο 40% του διάμεσου εισοδήματος, το ποσοστό πέφτει στο 6,7%, ενώ στο 50% διαμορφώνεται στο 11,7%. Αντίθετα, στο 70% του διάμεσου εισοδήματος εκτοξεύεται στο 25,3%, αποτυπώνοντας το εύρος της οικονομικής πίεσης.
Τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. καταρρίπτουν πανηγυρικά το κυβερνητικό αφήγημα περί σταδιακής ευημερίας των πολιτών και δείχνουν ότι η φτώχεια στην Ελλάδα δεν περιορίζεται σε στατιστικούς δείκτες, αλλά μεταφράζεται σε πραγματικές στερήσεις που επηρεάζουν άμεσα τη ζωή εκατομμυρίων πολιτών.
Τέσσερις στους δέκα στερούνται βασικά είδη διατροφής
Τα στοιχεία της έρευνας της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής για τη φτώχεια στην Ελλάδα δεν αποτυπώνουν μόνο χαμηλά εισοδήματα, αλλά κυρίως μια καθημερινότητα γεμάτη στερήσεις. Τι είναι αυτό που δείχνουν ξεκάθαρα; Οτι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού δυσκολεύεται να καλύψει βασικές ανάγκες.
Ενα από τα πιο ανησυχητικά ευρήματα αφορά τη διατροφή, καθώς σχεδόν 4 στους 10 πολίτες (41,6%) δηλώνουν ότι δεν μπορούν να εξασφαλίσουν κάθε δεύτερη ημέρα ένα γεύμα που να περιλαμβάνει κρέας, ψάρι, κοτόπουλο ή ισοδύναμης θρεπτικής αξίας τροφή, καθώς οι τιμές έχουν αγγίξει απαγορευτικά επίπεδα για τον μέσο Ελληνα, ενώ ο μισθός του δεν επαρκεί για να καλύψει όλες τις υποχρεώσεις του.
Ακόμα πιο έντονη είναι η αδυναμία αντιμετώπισης έκτακτων εξόδων. Το 99,9% των φτωχών δηλώνει ότι δεν μπορεί να καλύψει μια απρόβλεπτη δαπάνη της τάξης των 500 ευρώ. Ακόμα και στον μη φτωχό πληθυσμό το ποσοστό παραμένει υψηλό, στο 38,5%, γεγονός που δείχνει ότι η οικονομική πίεση είναι γενικευμένη.
Το συγκεκριμένο στοιχείο θα έπρεπε να έχει προκαλέσει από μόνο του την παρέμβαση της κυβέρνησης, καθώς εξηγεί τους λόγους που τα χρέη των πολιτών αυξάνονται μήνα με τον μήνα. Σχεδόν οκτώ χρόνια μετά την έξοδο της χώρας από τα Μνημόνια σχεδόν 4 στους 10 Ελληνες αδυνατούν να πληρώσουν ένα έκτακτο service στο αυτοκίνητό τους, μια ζημιά στο σπίτι ή έναν «φουσκωμένο» λογαριασμό.
Δυσκολίες
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι και η αδυναμία κάλυψης βασικών υποχρεώσεων. Το 66,6% του φτωχού πληθυσμού δηλώνει δυσκολία στην έγκαιρη πληρωμή πάγιων λογαριασμών, όπως ο λογαριασμός του ηλεκτρικού ρεύματος, του νερού, του φυσικού αερίου κ.λπ., ενώ για τον μη φτωχό πληθυσμό το ποσοστό αυτό ανέρχεται σε 23,5%.
Ωστόσο, οι δυσκολίες επεκτείνονται και στην ποιότητα ζωής. Το 82,5% των φτωχών δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά ούτε μία εβδομάδα διακοπών τον χρόνο, ενώ ακόμα και μεταξύ των μη φτωχών το ποσοστό φτάνει στο 37,8%. Παράλληλα, το 35,9% των φτωχών δηλώνει ότι δεν μπορεί να διατηρήσει επαρκή θέρμανση τον χειμώνα, έναντι 13,7% στον υπόλοιπο πληθυσμό.
Πάνω από τα δύο τρίτα των φτωχών (67,6%) δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να καλύψουν τις καθημερινές τους ανάγκες με το διαθέσιμο εισόδημα, έναντι 27,2% των μη φτωχών, ενώ το 35,3% του πληθυσμού που έχει λάβει καταναλωτικό δάνειο για αγορά αγαθών και υπηρεσιών δηλώνει ότι δυσκολεύεται πάρα πολύ στην αποπληρωμή αυτού ή των δόσεων. Το ποσοστό αυτό διαμορφώνεται σε 53% για τον φτωχό πληθυσμό και σε 31,5% για τον μη φτωχό πληθυσμό.


