Η διαδικασία έχει απλοποιηθεί σημαντικά, καθώς τα περισσότερα στοιχεία εμφανίζονται ήδη προσυμπληρωμένα
Χωρίς να πληρώσουν 40 ή 50 ευρώ σε λογιστή μπορούν φέτος χιλιάδες μισθωτοί και συνταξιούχοι να ολοκληρώσουν τη φορολογική τους δήλωση. Η διαδικασία έχει απλοποιηθεί σημαντικά, καθώς τα περισσότερα στοιχεία εμφανίζονται ήδη προσυμπληρωμένα στο σύστημα και το μόνο που απομένει είναι ένας προσεκτικός έλεγχος.
Η δυνατότητα αυτή αφορά κυρίως όσους έχουν ένα και μοναδικό εισόδημα, δηλαδή από μισθό ή σύνταξη, χωρίς ενοίκια, επιχειρηματική δραστηριότητα ή άλλες πρόσθετες πηγές. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η δήλωση θεωρείται «απλή» και μπορεί να υποβληθεί εύκολα ακόμη και από κάποιον που δεν έχει εμπειρία.
Οι φορολογούμενοι που έχουν μόνο μισθό ή σύνταξη είναι οι βασικοί «υποψήφιοι» για να αποφύγουν τον λογιστή. Για παράδειγμα, ένας εργαζόμενος στον ιδιωτικό τομέα με ετήσιο εισόδημα 14.000 ευρώ και χωρίς άλλα έσοδα θα δει τη δήλωσή του σχεδόν έτοιμη. Το ίδιο ισχύει και για έναν συνταξιούχο που λαμβάνει μόνο τη σύνταξή του.
Αντίθετα, όποιος έχει έστω και ένα μικρό εισόδημα από ενοίκια ή άλλη δραστηριότητα θα χρειαστεί περισσότερη προσοχή – και ενδεχομένως βοήθεια ειδικού. Για να αποφύγει την καταβολή τυχόν έξτρα φόρων, θα πρέπει να εισέλθει στην πλατφόρμα του TAXIS με τους προσωπικούς του κωδικούς και να ελέγξει την ορθότητα των προσυμπληρωμένων στοιχείων. Εχει παρατηρηθεί πως ενδέχεται να έχουν αναγραφεί λάθος τα ποσά των εισοδημάτων του, με αποτέλεσμα το εκκαθαριστικό να εκδοθεί με «φουσκωμένους» φόρους.
Πιο σύνηθες παράδειγμα αποτελούν οι τόκοι από τραπεζικές καταθέσεις, με αυτά τα ποσά να είναι προσυμπληρωμένα και δεν απαιτούν άλλη ενέργεια από τον φορολογούμενο. Σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει ο ίδιος ο φορολογούμενος να επικοινωνήσει με τον φορέα που έχει στείλει τα λανθασμένα ή ελλιπή στοιχεία, ώστε να προχωρήσει σε διορθωτική κίνηση και αυτό γιατί τα στοιχεία των φορολογικών δηλώσεων είναι κλειδωμένα και δεν μπορεί να παρέμβει σε αυτό ο φορολογούμενος. Σε περίπτωση που όλα τα στοιχεία είναι ορθά, ο φορολογούμενος έχει το δικαίωμα να μην πατήσει το κουμπί της οριστικής υποβολής και να αφήσει την ίδια την ΑΑΔΕ να υποβάλει τη δήλωσή του αυτοματοποιημένα στις 16 Απριλίου.
Οι βασικοί κωδικοί
Για εκατομμύρια μισθωτούς και συνταξιούχους το μεγαλύτερο μέρος της δήλωσης είναι ήδη συμπληρωμένο από την Εφορία. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένα σημεία που πρέπει να ελεγχθούν προσεκτικά.
Στους κωδικούς 301-302 εμφανίζονται τα εισοδήματα από μισθούς ή συντάξεις. Αν, για παράδειγμα, ένας φορολογούμενος έχει εισόδημα 15.000 ευρώ, το ποσό θα είναι ήδη καταχωρισμένο.
Στους κωδικούς 313-314 φαίνεται ο φόρος που έχει παρακρατηθεί μέσα στη χρονιά. Αυτό το ποσό είναι κρίσιμο, καθώς καθορίζει αν ο φορολογούμενος θα πληρώσει επιπλέον φόρο ή αν θα λάβει επιστροφή. Εργαζόμενος με ετήσιο εισόδημα 12.000 ευρώ και με παρακράτηση φόρου 900 ευρώ μπορεί να δικαιούται επιστροφή, αν ο συνολικός φόρος που αναλογεί είναι μικρότερος.
Στους κωδικούς 003 και 009 δηλώνονται η οικογενειακή κατάσταση και τα παιδιά. Οσο περισσότερα προστατευόμενα μέλη έχει ένας φορολογούμενος τόσο αυξάνεται το αφορολόγητο όριο. Για παράδειγμα, ένας μισθωτός με δύο παιδιά θα πληρώσει λιγότερο φόρο σε σχέση με κάποιον χωρίς παιδιά, ακόμα κι αν έχουν το ίδιο εισόδημα.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα στοιχεία που αφορούν την κατοικία, καθώς συνδέονται με τα τεκμήρια διαβίωσης, τα οποία φέτος είναι μειωμένα κατά 30%. Συγκεκριμένα:
Τα στοιχεία για τα αυτοκίνητα εμφανίζονται αυτόματα στους κωδικούς 719-720 και συνδέονται με τα τεκμήρια διαβίωσης. Ακόμη και αν κάποιος έχει χαμηλό εισόδημα, η κατοχή ενός αυτοκινήτου μπορεί να ανεβάσει το τεκμαρτό του εισόδημα. Για παράδειγμα, ένας συνταξιούχος με σύνταξη 9.000 ευρώ αλλά με αυτοκίνητο 1.800 κυβικών μπορεί να φορολογηθεί σαν να έχει μεγαλύτερο εισόδημα.
Στον κωδικό 203 δηλώνεται η κύρια κατοικία, όπως ένα διαμέρισμα 80 τετραγωνικών μέτρων. Αντίστοιχα, στον κωδικό 801 δηλώνεται η φιλοξενία. Για παράδειγμα, ένας νέος εργαζόμενος που μένει στο σπίτι των γονιών του πρέπει να δηλώσει ότι φιλοξενείται. Αν το παραλείψει, μπορεί να εμφανιστεί με τεκμαρτό εισόδημα υψηλότερο από το πραγματικό.
Οι αποδείξεις που «γλιτώνουν» φόρο
Καθοριστικό ρόλο παίζουν και οι ηλεκτρονικές αποδείξεις, δηλαδή οι δαπάνες που γίνονται με κάρτα ή μέσω e-banking. Οι φορολογούμενοι θα έπρεπε μέχρι το τέλος του 2025 να έχουν πραγματοποιήσει ηλεκτρονικές πληρωμές τουλάχιστον για το 30% του ετήσιου εισοδήματός τους, ειδάλλως θα κληθούν να καταβάλουν πρόστιμο ύψους 22% για κάθε ευρώ που λείπει.
Στους κωδικούς 049-050 εμφανίζεται το ποσό αυτών των δαπανών. Για παράδειγμα, για εισόδημα 10.000 ευρώ απαιτούνται περίπου 3.000 ευρώ σε ηλεκτρονικές συναλλαγές. Αν ο φορολογούμενος έχει πραγματοποιήσει μόνο 2.000 ευρώ, θα πληρώσει επιπλέον φόρο 220 ευρώ για τη διαφορά των 1.000 ευρώ.
Παρότι η διαδικασία είναι απλή για πολλούς, υπάρχουν περιπτώσεις όπου η βοήθεια λογιστή είναι απαραίτητη. Αυτό ισχύει όταν υπάρχουν εισοδήματα από ενοίκια, αγροτική δραστηριότητα ή συμμετοχή σε εταιρία. Ακόμη και ένα μικρό εισόδημα από ακίνητο μπορεί να δυσκολέψει τη συμπλήρωση της δήλωσης.
Ωστόσο, οι φορολογούμενοι θα πρέπει να μην ξεχάσουν να συμπληρώσουν και το ΙΒΑΝ του τραπεζικού τους λογαριασμού, καθώς κάθε χρόνο η Εφορία αναζητά χιλιάδες φορολογουμένους που δικαιούνται επιστροφή φόρου, με εκατομμύρια ευρώ να παραμένουν στα… αζήτητα από αυτή την αμέλεια των πολιτών.


