Μία ιδιαίτερα δυσμενή πραγματικότητα για τα ελληνικά νοικοκυριά αποτυπώνει νέα έκθεση του ευρωπαϊκού ρυθμιστή ενέργειας ACER, καθώς η Ελλάδα βρέθηκε το 2025 στην κορυφή της Ευρώπης ως προς το ποσοστό του εισοδήματος που απαιτείται για την κάλυψη του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας. Το πρόβλημα, μάλιστα, δεν εξηγείται μόνο από τις τιμές του ρεύματος, αλλά και από το χαμηλό εισόδημα, το οποίο καθιστά ακόμη βαρύτερο τον ενεργειακό λογαριασμό.
Η έκθεση εξετάζει την επταετία από το 2019 έως και το 2025 και συγκρίνει την εξέλιξη του κόστους προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας για τους οικιακούς καταναλωτές στις ευρωπαϊκές αγορές, χωρίς να συνυπολογίζει φόρους και τέλη.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το 2025 ένα ελληνικό νοικοκυριό χρειαζόταν να διαθέσει το 3,9% του εισοδήματός του για το ηλεκτρικό ρεύμα, ποσοστό που αντιστοιχεί σε 746 ευρώ ετησίως. Πρόκειται για την υψηλότερη αναλογία στην Ευρώπη, με την Ελλάδα να μοιράζεται την πρώτη θέση με την Τσεχία.
Μεγάλωσαν οι πιέσεις μέσα σε επτά χρόνια
Η σύγκριση με το 2019 αναδεικνύει ακόμη περισσότερο την πίεση που έχει συσσωρευτεί στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Μέσα στα επτά χρόνια που εξετάζει ο ACER, το ποσοστό του εισοδήματος που απαιτείται για την ηλεκτρική ενέργεια στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες. Την ίδια περίοδο, σε 11 άλλες ευρωπαϊκές αγορές η αντίστοιχη μεταβολή είχε αρνητικό πρόσημο, ενώ σε οκτώ καταγράφηκε αύξηση.
Παράλληλα, το κόστος προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκε στην Ελλάδα κατά 8,8 λεπτά του ευρώ ανά κιλοβατώρα σε ονομαστικές τιμές από το 2019 έως το 2025. Εάν ληφθεί υπόψη και ο πληθωρισμός, η πραγματική αύξηση περιορίζεται στα 4,6 λεπτά ανά κιλοβατώρα.
Ωστόσο, η Ελλάδα δεν βρίσκεται στις πρώτες θέσεις της ευρωπαϊκής κατάταξης ως προς το μέγεθος της ίδιας της αύξησης του κόστους. Αντίθετα, τοποθετείται περίπου στο μέσο του σχετικού καταλόγου.
Το χαμηλό εισόδημα κάνει ακριβότερο το ρεύμα για τα νοικοκυριά
Αυτή ακριβώς η διαφορά είναι και ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα των στοιχείων. Η πρωτιά της Ελλάδας ως προς το βάρος του ηλεκτρικού ρεύματος στον οικογενειακό προϋπολογισμό δεν προκύπτει αποκλειστικά από την πορεία των ενεργειακών τιμών.
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει το επίπεδο του εισοδήματος των ελληνικών νοικοκυριών. Έτσι, ακόμη και εάν η αύξηση του κόστους προμήθειας δεν ήταν η μεγαλύτερη στην Ευρώπη, η σχέση μεταξύ ενεργειακής δαπάνης και διαθέσιμου εισοδήματος παραμένει εξαιρετικά δυσμενής.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η χρονική περίοδος στην οποία αναφέρονται τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία. Πρόκειται για το 2025, όταν οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας είχαν ήδη αποκλιμακωθεί αισθητά σε σύγκριση με τα επίπεδα που είχαν καταγραφεί κατά την ενεργειακή κρίση του 2022 και του 2023.
Παρά τη μείωση των τιμών από τις κορυφώσεις της κρίσης, λοιπόν, το κόστος εξακολουθούσε να απορροφά στην Ελλάδα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος των νοικοκυριών σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη χώρα που περιλαμβάνεται στη συγκεκριμένη σύγκριση, μαζί με την Τσεχία.
Τρίτη στην Ευρώπη η Ελλάδα στο χάσμα χονδρικής και λιανικής
Η έκθεση του ACER αναδεικνύει ακόμη μία παράμετρο της ελληνικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας: τη μεγάλη απόσταση μεταξύ της τιμής στη χονδρεμπορική αγορά και εκείνης που φτάνει τελικά στη λιανική.
Το 2025 η συγκεκριμένη απόκλιση στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στα 64 ευρώ ανά μεγαβατώρα (MWh), επίδοση που ήταν η τρίτη υψηλότερη στην Ευρώπη.
Μεγαλύτερο χάσμα καταγράφηκε μόνο στην Ιρλανδία, όπου η διαφορά έφτασε τα 101 ευρώ/MWh, και στην Ιταλία, με 73 ευρώ/MWh.
Τα στοιχεία του ευρωπαϊκού ρυθμιστή καταδεικνύουν έτσι μία διπλή πίεση για τους Έλληνες καταναλωτές: από τη μία πλευρά βρίσκεται το ίδιο το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας και από την άλλη ένα επίπεδο εισοδήματος που δυσκολεύεται να ακολουθήσει την πορεία των ενεργειακών δαπανών. Το αποτέλεσμα είναι το ηλεκτρικό ρεύμα να εξακολουθεί να καταλαμβάνει δυσανάλογα μεγάλο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού, ακόμη και μετά την αποκλιμάκωση των ακραίων τιμών της ενεργειακής κρίσης.

