Καύσιμα: Πόσο θα έπεφταν οι τιμές με χαμηλότερη φορολογία
Η κυβέρνηση επιμένει να μην προχωρά σε μειώσεις, επικαλούμενη το μεγάλο δημοσιονομικό κόστος, παρά τις παρεμβάσεις που έγιναν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες
Στα 1,75 ευρώ το λίτρο, από 2,176 ευρώ σήμερα, θα μπορούσε να υποχωρήσει η αμόλυβδη βενζίνη, εάν η Ελλάδα μείωνε τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στο κατώτατο επίπεδο που επιτρέπει η Ευρωπαϊκή Ενωση, διατηρώντας τον ΦΠΑ στο 24%. Αντίστοιχα, το πετρέλαιο κίνησης θα μπορούσε να περιοριστεί από τα 2,125 ευρώ στα περίπου 2,026 ευρώ το λίτρο, ενώ στο πετρέλαιο θέρμανσης μια ανάλογη παρέμβαση θα μείωνε τον λογαριασμό κατά περίπου 321 ευρώ για αγορά 1.000 λίτρων.
Πρόκειται για σημαντικές επιβαρύνσεις που σήμερα πληρώνουν οι καταναλωτές και καταλήγουν στα κρατικά ταμεία. Μόνο από τον ειδικό φόρο στη βενζίνη, στο πετρέλαιο κίνησης και το πετρέλαιο θέρμανσης ο Προϋπολογισμός του 2026 προβλέπει έσοδα 3,909 δισ. ευρώ. Σε αυτά προστίθενται οι εισπράξεις από τον ΦΠΑ, ο οποίος υπολογίζεται και πάνω στον ΕΦΚ, με τους δύο φόρους να εκτοξεύουν την τελική τιμή στην αντλία.
Η κυβέρνηση επιμένει να μην προχωρά σε μειώσεις φόρων, επικαλούμενη το μεγάλο δημοσιονομικό κόστος των μέτρων, παρά το γεγονός πως άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν υιοθετήσει προσωρινές, έκτακτες παρεμβάσεις που μειώνουν τη φορολογική επιβάρυνση. Την ίδια ώρα, το οικονομικό επιτελείο εφαρμόζει επιδοτήσεις σε συνδυασμό με εκπτώσεις από τα διυλιστήρια. Με αυτόν τον τρόπο, άλλωστε, αποφεύγει τη φορολόγηση των υπερκερδών που καταγράφουν. Αξίζει να σημειωθεί πως έξι χώρες (Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία, Πολωνία και Αυστρία) έχουν ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Ενωση την εξέταση επιβολής ενός ευρωπαϊκού φόρου στα υπερκέρδη των εταιρειών πετρελαίου και διύλισης, με την Ελλάδα να απέχει από το αίτημα.
Στην Ελλάδα ο ειδικός φόρος κατανάλωσης στην αμόλυβδη ανέρχεται στα 70 λεπτά ανά λίτρο, όταν το ευρωπαϊκό κατώτατο όριο βρίσκεται στα 35,9 λεπτά. Στο πετρέλαιο κίνησης ο ελληνικός συντελεστής είναι 41 λεπτά, έναντι ελάχιστου ορίου 33 λεπτών στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Η διαφορά φτάνει επομένως τα 34,1 λεπτά στη βενζίνη και τα 8 λεπτά στο ντίζελ. Αυτό εξηγεί γιατί η μείωση του ειδικού φόρου θα είχε πολύ μεγαλύτερη επίπτωση στην τιμή της αμόλυβδης.
Τα 70 λεπτά που επιβάλλονται σήμερα στη βενζίνη δεν αποτελούν ευρωπαϊκή υποχρέωση, καθώς η Ευρωπαϊκή Ενωση καθορίζει τα κατώτατα επίπεδα φορολόγησης και κάθε κράτος μπορεί να εφαρμόζει υψηλότερους συντελεστές. Στην περίπτωση της Ελλάδας, ο φόρος στη βενζίνη είναι σχεδόν διπλάσιος από το ελάχιστο ευρωπαϊκό όριο.
Μείωση 42,5 λεπτά
Εάν ο ειδικός φόρος της αμόλυβδης μειωνόταν από τα 70 στα 35,9 λεπτά, η άμεση ελάφρυνση θα ήταν 34,1 λεπτά ανά λίτρο. Το τελικό όφελος, όμως, θα ήταν μεγαλύτερο, ακόμη και με τον ΦΠΑ να παραμένει στο 24%. Ο λόγος είναι ότι ο ΦΠΑ επιβάλλεται και πάνω στον ειδικό φόρο κατανάλωσης. Επομένως, όταν μειώνεται ο ΕΦΚ, υποχωρεί αυτομάτως και ο ΦΠΑ που αναλογεί σε αυτόν. Στα 34,1 λεπτά προστίθενται περίπου 8,2 λεπτά λιγότερου ΦΠΑ και η συνολική μείωση προσεγγίζει τα 42,5 λεπτά το λίτρο.
Ετσι, η αμόλυβδη θα μπορούσε να υποχωρήσει από τα 2,176 ευρώ στα περίπου 1,751 ευρώ. Ενα γέμισμα 50 λίτρων, που σήμερα κοστίζει 108,80 ευρώ, θα περιοριζόταν στα 87,55 ευρώ, προσφέροντας εξοικονόμηση 21,25 ευρώ. Για ένα νοικοκυριό που καταναλώνει 100 λίτρα βενζίνης τον μήνα το όφελος θα έφτανε τα 42,50 ευρώ. Σε ετήσια βάση, με την ίδια κατανάλωση και τη φορολογική διαφορά αμετάβλητη, η εξοικονόμηση θα μπορούσε να φτάσει τα 510 ευρώ, που αποτελεί μισό μηνιαίο εισόδημα για έναν εργαζόμενο που λαμβάνει τον μέσο μισθό.
Ντίζελ
Στο πετρέλαιο κίνησης η μείωση του ειδικού φόρου από τα 41 στα 33 λεπτά θα αφαιρούσε 8 λεπτά από κάθε λίτρο πριν από τον ΦΠΑ. Με τον συντελεστή ΦΠΑ να παραμένει στο 24%, η συνολική ελάφρυνση θα πλησίαζε τα 10 λεπτά ανά λίτρο. Ετσι, η τιμή του ντίζελ θα μπορούσε να υποχωρήσει από τα σημερινά 2,125 ευρώ στα περίπου 2,026 ευρώ.
Για 50 λίτρα πετρελαίου κίνησης ο λογαριασμός θα περιοριζόταν από τα 106,25 ευρώ στα περίπου 101,29 ευρώ, με όφελος σχεδόν 5 ευρώ ανά γέμισμα. Ωστόσο, το diesel αποτελεί τον κινητήριο μοχλό για το μεταφορικό κόστος, που σημαίνει πως όσο χαμηλότερα βρίσκεται η τιμή του τόσο θα περιορίζεται η ακρίβεια στα ράφια των σούπερ μάρκετ, με το υψηλό κόστος να μετακυλίεται σήμερα στους τελικούς καταναλωτές.
Θέρμανση
Ακόμη μεγαλύτερη είναι αναλογικά η διαφορά από το ευρωπαϊκό κατώτατο όριο στο πετρέλαιο θέρμανσης. Ο ελληνικός ειδικός φόρος ανέρχεται στα 280 ευρώ ανά 1.000 λίτρα, δηλαδή στα 28 λεπτά το λίτρο. Αντίθετα, το ευρωπαϊκό ελάχιστο είναι μόλις 21 ευρώ ανά 1.000 λίτρα, δηλαδή 2,1 λεπτά το λίτρο. Αυτό σημαίνει ότι ο ελληνικός συντελεστής είναι περίπου 13,3 φορές υψηλότερος από το κατώτατο όριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Εάν ο φόρος μειωνόταν σε αυτό το επίπεδο, η διαφορά θα έφτανε τα 25,9 λεπτά ανά λίτρο. Μαζί με τον ΦΠΑ 24% που αντιστοιχεί στη συγκεκριμένη μείωση η συνολική ελάφρυνση θα διαμορφωνόταν στα 32,12 λεπτά το λίτρο.
Για μια οικογένεια που αγοράζει 1.000 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης, το όφελος θα έφτανε περίπου τα 321 ευρώ. Στα 500 λίτρα η εξοικονόμηση θα ήταν 161 ευρώ, ενώ στα 1.500 λίτρα θα πλησίαζε τα 482 ευρώ. Πρόκειται για μείωση της τιμής αγοράς που δεν έχει σχέση με το επίδομα θέρμανσης και θα ίσχυε ανεξάρτητα από τα εισοδηματικά κριτήρια του επιδόματος. Σήμερα, με βάση τους υπολογισμούς της κυβέρνησης και τη μέση πανελλαδική τιμή στα 1,56 ευρώ το λίτρο, οι δικαιούχοι του επιδόματος θέρμανσης θα πληρώσουν τελικά το πετρέλαιο κοντά στα 1,35 ευρώ το λίτρο.
Το οικονομικό επιτελείο επιμένει να διατηρεί τους υψηλούς φορολογικούς συντελεστές στα καύσιμα, διαφυλάσσοντας μια σημαντική πηγή εσόδων για τον Προϋπολογισμό.
Στον Κρατικό Προϋπολογισμό του 2026 προβλέπονται 2,095 δισ. ευρώ από τον ΕΦΚ στις βενζίνες, 1,515 δισ. ευρώ από τον ΕΦΚ στο πετρέλαιο κίνησης και 299 εκατ. ευρώ από τον ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης.
Το άθροισμα φτάνει τα 3,909 δισ. ευρώ. Πρόκειται για ετήσιες προβλέψεις εσόδων και όχι για ποσά που έχουν ήδη εισπραχθεί. Αφορούν αποκλειστικά τον ειδικό φόρο στα συγκεκριμένα καύσιμα, χωρίς τον ΦΠΑ που καταβάλλουν επιπλέον οι καταναλωτές. Τα μεγέθη εξηγούν το δημοσιονομικό βάρος μιας μείωσης. Κάθε λεπτό λιγότερου φόρου περιορίζει την είσπραξη του κράτους ανά λίτρο και αφήνει το αντίστοιχο ποσό στον αγοραστή.
Η ακρίβεια
Στο οκτάμηνο Ιανουαρίου – Αυγούστου 2026 τα συνολικά έσοδα από ΦΠΑ ξεπέρασαν τον στόχο κατά 905 εκατ. ευρώ. Η υπέρβαση αφορά το σύνολο των εισπράξεων ΦΠΑ και δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στα καύσιμα. Αντίθετα, τα συνολικά έσοδα από ειδικούς φόρους κατανάλωσης ανήλθαν σε 4,662 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας υστέρηση 230 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου. Και αυτό το ποσό αφορά όλους τους ΕΦΚ, όχι μόνο εκείνους που επιβάλλονται στα καύσιμα.
Η διάκριση είναι ουσιαστική. Ο ΕΦΚ αποτελεί σταθερό ποσό ανά λίτρο και δεν αυξάνεται όταν ακριβαίνει το καύσιμο. Ο ΦΠΑ, όμως, ακολουθεί την τιμή. Οσο υψηλότερη είναι η αξία πριν από τον ΦΠΑ τόσο μεγαλύτερο ποσό εισπράττει το κράτος από τον συγκεκριμένο φόρο για κάθε λίτρο που πωλείται. Η τελική πορεία των συνολικών εσόδων εξαρτάται και από την κατανάλωση.
Η μείωση των φόρων θα είχε κόστος για τον Προϋπολογισμό, αλλά και συγκεκριμένο όφελος για τα νοικοκυριά. Περίπου 21 ευρώ λιγότερα σε ένα γέμισμα βενζίνης 50 λίτρων και πάνω από 320 ευρώ σε αγορά 1.000 λίτρων θέρμανσης αποτελούν ουσιαστική διαφορά για τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ελάφρυνση να μεταφερθεί ολόκληρη στην τελική τιμή, με έλεγχο σε όλη την αλυσίδα διάθεσης των καυσίμων.
Το σενάριο του ΦΠΑ στο 15%
Ακόμη μεγαλύτερη θα ήταν η μείωση των τιμών εάν, εκτός από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης, περιοριζόταν και ο ΦΠΑ από το 24% στο 15%. Με βάση τις σημερινές τιμές και εφόσον ο ΕΦΚ μειωνόταν στο ευρωπαϊκό ελάχιστο, η αμόλυβδη θα μπορούσε να διαμορφωθεί στα περίπου 1,624 ευρώ το λίτρο, αντί για 2,176 ευρώ. Το συνολικό όφελος θα έφτανε έτσι τα 55,2 λεπτά ανά λίτρο, δηλαδή περίπου 27,60 ευρώ για γέμισμα 50 λίτρων.
Αντίστοιχα, στο πετρέλαιο κίνησης η τιμή θα μπορούσε να περιοριστεί στα περίπου 1,879 ευρώ το λίτρο, από 2,125 ευρώ σήμερα, με εξοικονόμηση περίπου 12,30 ευρώ στα 50 λίτρα.
Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί πως το 15% είναι το κατώτατο επιτρεπόμενο όριο του κανονικού συντελεστή ΦΠΑ στην Ευρωπαϊκή Ενωση και δεν αποτελεί ειδικό μειωμένο συντελεστή που μπορεί να εφαρμοστεί αυτομάτως μόνο στη βενζίνη και στο ντίζελ.
