Η πολιτική ή στρατιωτική απόπειρα επανόδου ηγέτη ή εξουσιαστικής δομής δεν μοιάζει με την επανάληψη εμπορικής δοσοληψίας.
- Του Παναγιώτη Λιάκου
Τα προϊόντα στα ράφια των καταστημάτων, που προτιμώνται ξανά από «ευχαριστημένους» πελάτες ή από τους δυσαρεστημένους που πείστηκαν από νέα διαφημιστική εκστρατεία του αγαθού ή της υπηρεσίας που τους απογοήτευσε, διαφέρουν από τους επίδοξους ηγεμόνες, οι οποίοι προσπαθούν να ανασυρθούν από τους λειμώνες της λήθης.
Από την πλευρά του λαού ο ορισμός εκπροσώπου είναι υπόθεση εμπιστοσύνης, μνήμης και βιωμένης συλλογικής ευθύνης. Οταν ο ηγέτης αναγκάζεται να φύγει είτε ως εξόριστος είτε ως αποδοκιμασθείς σε εκλογές ή ανατραπείς από τη θέση του, τότε η επιστροφή του δεν μπορεί να είναι απότοκο νοσταλγικών αισθημάτων, ούτε «επανεκκίνηση» με τους όρους του παλιού. Οποια επάνοδος επιχειρηθεί έτσι, συχνά αποτυγχάνει όχι μόνο γιατί οι συνθήκες έχουν αλλάξει, αλλά επειδή η ίδια η άμετρη επιθυμία της εξουσίας υπονομεύει το εγχείρημα. Στη «χορογραφία» του φλερτ τα πιο άτσαλα βήματα τα εκτελεί εκείνος ή εκείνη που δείχνει ότι θέλει… απελπιστικά πολύ τη σύναψη της σχέσης.
Η ηγεσία, όταν είναι αυθεντική, δεν πιέζει. Προσκαλεί σε συστράτευση με στόχο την εξέλιξη, την αποφυγή μεγάλου κινδύνου και τη συλλογική αυτονομία. Οταν γίνεται αγωνιώδης προσπάθεια ανακατασκευής ενός παλαιού κύρους, προκαλεί στις μάζες αντίσταση, προκατάληψη, απώθηση. Οποτε επιχειρείται επάνοδος χωρίς κριτική, χωρίς συγκροτημένη και ειλικρινή αυτοκριτική καταγραφή των πεπραγμένων, όταν πιστεύει κανείς ότι μπορεί να ξαναφέρει «τα παλιά καλά» (τα οποία ήταν καλά μόνο για τον ίδιο και την αυλή του), τότε τα πράγματα οδηγούνται σε αποτυχία. Γιατί η εξουσία και το πρόσωπο δεν είναι πλέον ταυτόσημα.
Κάθε φορά που ηγέτης επιχειρεί την επιστροφή του πρέπει να γνωρίζει ότι φέρει μαζί του όχι μόνο τις προσδοκίες, αλλά κυρίως τις αποτυχίες του παρελθόντος. Κουβαλάει την υπέρβαρη αποσκευή των φόβων, των απωθημένων και των εκκρεμοτήτων μιας εποχής που τελείωσε. Εάν το σώμα της πόλης δεν είναι έτοιμο να τον δεχτεί ως «νέο», αλλά ως ανανήψαντα «παλιό», η αποτυχία είναι προδιαγεγραμμένη, όπως σίγουρη πρέπει να θεωρείται η γελοιοποίηση της προσωπικής ιστορίας του.
Στον αρχαίο κόσμο, ο οποίος σε ψυχοδυναμικές πολιτικές ποιότητες δεν απέχει από τον σύγχρονο, υπάρχουν πολλά παραδείγματα που δείχνουν πόσο απατηλή είναι η ιδέα της «επιστροφής» τόσο προσώπων όσο και συνθηκών. Στην αρχαία ελληνική Ιστορία, ο Ιππίας, γιος του Πεισίστρατου και τελευταίος τύραννος των Αθηνών, εξορίστηκε το 510 π.Χ. ύστερα από σπαρτιατική επέμβαση, που υποκινήθηκε από τους Αλκμεωνίδες και χρησμό του μαντείου των Δελφών. Εξόριστος στην Περσία, στην αυλή του Δαρείου, ο Ιππίας επιχείρησε επανάκαμψη στο ελληνικό προσκήνιο, συμμαχώντας με τους Πέρσες και προτρέποντας τον σατράπη Αρταφέρνη να επιτεθεί στην Αθήνα.
Το 490 π.Χ., συνόδευσε την περσική εκστρατεία, προτείνοντας την απόβαση στον Μαραθώνα, ερμηνεύοντας όνειρο (πως συνευρισκόταν με τη μητέρα του) ως οιωνό επιτυχίας. Ομως, η ήττα των Περσών από τους Αθηναίους κατέστρεψε τα σχέδιά του. Η αμοιβή που έλαβε για τις υπηρεσίες του στους Μήδους ήταν η αιώνια καταισχύνη και ο θάνατός του καθ’ οδόν προς τη Λήμνο και μάλιστα με ασθένεια που τον «τέλειωσε» με ιδιαίτερα οδυνηρό τρόπο, όπως αναφέρει στη σχετική καταχώριση το βυζαντινό λεξικό του 10ου αιώνα Σούδα (ή Σουίδα).
Και η αποτυχία του Ιππία είναι ενδεικτική της αποξένωσης του απόμαχου, ξεθωριασμένου ηγέτη από το κοινό ήθος. Ο πάλαι ποτέ τύραννος, βασιζόμενος σε αλλόφυλους επιβούλους, αγνόησε την αθηναϊκή δίψα για αυτονομία, που εκδηλώθηκε ως μετωπική ρήξη και με την τυραννία και με την εχθρική ξένη δύναμη. Αλλο ένα παράδειγμα από την ελληνική αρχαιότητα εντοπίζεται στις Συρακούσες. Ο Διονύσιος Β’ ο Νεότερος, γιος του Διονυσίου Α’, εξορίστηκε το 357 π.Χ. από τον θείο του Δίωνα, ο οποίος εισέβαλε με μισθοφόρους από τη Ζάκυνθο και κατέλαβε την πόλη. Ο Διονύσιος Β’ βρέθηκε εξόριστος στους Λοκρούς. Εκεί κατόρθωσε να αρπάξει την εξουσία.
Εγινε τύραννος και φέρθηκε με σκληρότητα. Επέστρεψε στις Συρακούσες το 346 π.Χ., εκμεταλλευόμενος την πολιτική αστάθεια μετά τη δολοφονία του Δίωνος, και ανακατέλαβε την εξουσία. Ωστόσο, η δεύτερη απόπειρα διατήρησης της εξουσίας απέτυχε. Ο Διονύσιος Β’ βρήκε απέναντί του πόλεις που συμμάχησαν εναντίον του. Παραδόθηκε στον Κορίνθιο στρατηγό Τιμολέοντα το 344 π.Χ., εξορίστηκε ξανά στην Κόρινθο και πέθανε σε άθλιες συνθήκες.
Εδώ, η ηγεσία του Διονυσίου, βασισμένη στη βία και την ετερονομία, συγκρούστηκε πολύπλευρα με την κοινωνία των Συρακουσών, η οποία αρνήθηκε την επανάληψη όσων είχε βιώσει και είχε απορρίψει. Ετσι, με δύο φευγαλέες ματιές στην ελληνική αρχαιότητα βλέπουμε πως το προσωπικό παράδειγμα του ηγέτη που αποπειράται να επαναλάβει τα εξουσιαστικά εγχειρήματά του μπορεί να γίνει σύμβολο αποδοκιμασίας, μίσους και ενίοτε χλεύης.