Πάνω που είχε στεριώσει για τα καλά το τρομοκρατικό σκυρόδεμα της πολιτικής ορθότητας, ήρθε ο Βασίλης Παϊτέρης και το γκρέμισε
O Βασίλης Παϊτέρης έδωσε συνέντευξη στην εκπομπή «Happy Day». Μεταξύ πολλών άλλων έκανε αναφορά στο «Τραγούδι των γύφτων» του Διονύση Τσακνή και είπε τα ακόλουθα: «Εγραψα πολλά καλά τραγούδια, αλλά μου τα πήρανε, ‘βάλαν τ’ όνομά τους.
- Από τον Παναγιώτη Λιάκο
Ο Τσακνής, που έγραψε το “Μπαλαμό”, δεν είναι δικό του το τραγούδι. Είναι παραδοσιακό τσιγγάνικο. Του ‘χω πει “κύριε Τσακνή, είσαι γύφτος;”. Αν είναι γύφτος, να μας πει, να πούμε “ναι, είναι δικό του το τραγούδι”. Δεν είναι γύφτος». Κι η απορία όλων είναι: αφού κρίνεται ως ρατσιστικό να αποκαλέσεις κάποιον γύφτο γιατί εκφράζεται έτσι ο Παϊτέρης; Γιατί θεωρεί ότι μόνο γύφτοι έχουν δικαίωμα στη σύνθεση και την κυκλοφορία τραγουδιών για γύφτους;
Πάντως, η συζήτηση που άνοιξε μετά τις δηλώσεις Παϊτέρη περί «γυφτιάς» και δικαιωμάτων που απορρέουν απ’ αυτήν μας θύμισε την ύπαρξη ιδεολογικής αστυνομίας που κόβει ηθικής και πολιτικής τάξεως πρόστιμα για «κακή» χρήση λέξεων. Μετράει συλλαβές, τόνους και προθέσεις, σαν να πρόκειται για διαγώνισμα σε μάθημα αντιρατσισμού, που επινόησαν «φιλάνθρωποι» σαν τον Τζορτζ Σόρος και την παρέα του. Στο διαγώνισμα, αν γράφεις την αλήθεια, μόνο να αποτύχεις μπορείς.
Αν πουλάς «ανθρωπισμό» στα χαρτιά (διότι ουδέποτε σε ενδιέφεραν πραγματικά τα προβλήματα των ανθρώπων) και παγκοσμιοποίηση, στην ουσία βρήκες μήνα για να θρέψεις τους έντεκα. Θα κονομήσεις, φίλε, δραστηριοποιούμενος σε ΜΚΟ, στο Δημόσιο, σε οργανισμό που ειδικεύεται στη μαζική παραγωγή παπάτζας. Η σύγχρονη εκδοχή της πολιτικής ορθότητας είναι σαν εκείνον τον θείο που εμφανίζεται σε κάθε οικογενειακό τραπέζι και διορθώνει τους πάντες, χωρίς όμως να κάνει οτιδήποτε ουσιαστικό, χωρίς να προσφέρει κάτι χειροπιαστό. Ούτε μαγειρεύει ούτε κρέας φέρνει, μόνο μασαμπουκώνει, πίνει και κριτικάρει. Κοντολογίς, με τις πολιτικές ορθότητες δεν αντιμετωπίζουμε τις πραγματικές ανισότητες, τη φτώχεια, τον αποκλεισμό. Συζητάμε αν κάποιος πρόφερε μια λέξη με λάθος… ιδεολογική θερμοκρασία.
Το πιο ειρωνικό είναι ότι η κοινωνική ομάδα που υποτίθεται πως προστατεύεται, οι γύφτοι εν προκειμένω, αντιμετωπίζεται συχνά σαν να μην έχει φωνή, σαν να χρειάζεται μόνιμους κηδεμόνες. Κι όμως, οι ίδιοι οι άνθρωποι έχουν ιστορία, χιούμορ, αυτοσαρκασμό και -το πιο τρομακτικό για τους επαγγελματίες θιγμένους- την ικανότητα να αυτοπροσδιορίζονται χωρίς επιτροπή έγκρισης. Η ελληνική γλώσσα, άλλωστε, είναι γεμάτη λέξεις που κουβαλούν αιώνες χρήσης, μεταμορφώσεων και αντιφάσεων. Η λέξη γύφτος έχει αναδειχτεί και κατά κόρον χρησιμοποιηθεί από την ελληνική λογοτεχνία και Ιστορία εδώ και αιώνες. Να την καταργήσουμε επειδή έτσι θέλουν οι επαγγελματίες δικαιωματιστές;
Αν αρχίσουμε να περνάμε όλες τις λέξεις από τον ορθοπολιτικό κλίβανο, στο τέλος θα μιλάμε σαν εγχειρίδιο χρήσης πλυντηρίου: άψυχα. Και η σάτιρα, αυτό το πανάρχαιο εθνικό σπορ, θα πρέπει μάλλον να ζητά άδεια κυκλοφορίας πριν κάνει ένα χωρατό. Υπάρχει και μια περίεργη αντίφαση: όσο πιο πολύ απαγορεύεις μια λέξη τόσο της δίνεις μια σχεδόν μυθική δύναμη, σαν να πρόκειται για ξόρκι. Και τότε η συζήτησ η παύει να είναι για ανθρώπους και γίνεται για λέξεις. Είναι σαν να προσπαθείς να αντιμετωπίσεις νόσο που φέρνει πυρετό, πετώντας το θερμόμετρο. Ισως τελικά η λύση να είναι η απλούστερη: λιγότερη ηθική υστερία και περισσότερη πίστη ότι μια κοινωνία μπορεί να αντέξει τις λέξεις που η ίδια παράγει.
Από τη στήλη «Περι πωλητικης» της «δημοκρατίας»