«Η επιλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη να αποφύγει οποιοδήποτε σχόλιο για τη νομιμότητα των ενεργειών Τραμπ στη Βενεζουέλα, ενώ ταυτόχρονα επιτέθηκε στον Αλέξη Τσίπρα, συνιστά πολιτική στάση που θέτει σε νέο επίπεδο τη δουλικότητα του πρόθυμου συμμάχου», επισημαίνουν πηγές κοντά στο περιβάλλον του πρώην πρωθυπουργού.
Κατά τις ίδιες πηγές αντί να απολογηθεί για τη δήλωσή του, που διασύρει την Ελλάδα διεθνώς ως «Μπανανία» και ανοίγει επικίνδυνους δρόμους σε όσους εποφθαλμιούν την εθνική μας κυριαρχία και έχουν παραβιάσει το διεθνές δίκαιο με την εισβολή και κατοχή στην Κύπρο, ο πρωθυπουργός επιλέγει τον δρόμο της πολιτικής δειλίας.
Και καταφεύγει σε θεωρίες συνωμοσίας και ανιστόρητες συγκρίσεις της δικής του διακυβέρνησης, με τη διακυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, σε δύσκολους καιρούς για τη χώρα, έθεσε τα εθνικά συμφέροντα αλλά και την αξιοπρέπεια του ελληνικού λαού σε απόλυτη προτεραιότητα.
Ο κ. Τσίπρας δεν αντιμετώπισε, όπως ο κ. Μητσοτάκης, το Διεθνές Δίκαιο αλά καρτ, αλλά ως θεμέλιο για να υπερασπιστεί τα συμφέροντα της χώρας σε όλες τις περιστάσεις και κάτω από όλες τις συνθήκες.
Διαπραγματεύτηκε και συνομίλησε με όλους τους σημαντικούς ξένους ηγέτες, σε πνεύμα συνεργασίας, κατανόησης αλλά πάνω απ’ όλα υπεράσπισης των δημοκρατικών αξιών, της ειρήνης, της μη-επέμβασης, του ανθρωπισμού, και του διεθνούς δικαίου. Αξίες πού βρίσκονται σε απόλυτη συσχέτιση με τα ζωτικά συμφέροντα της Ελλάδας.
Και σε αντίθεση με την εθνική αναξιοπρέπεια του κ. Μητσοτάκη, είχε ως βασική αρχή ότι με τους συμμάχους πρέπει να μιλάμε τη γλώσσα της ειλικρίνειας ακόμη κι αν αυτή δεν είναι ευχάριστη. Στο πνεύμα αυτό συνομίλησε και με τους Αμερικανούς ηγέτες – τον Μπαράκ Ομπάμα και τον Ντόναλντ Τραμπ.
Και πορεύτηκε στις διεθνείς σχέσεις μας με μια βασική αρχή: πως αν θέλουμε να υπερασπιστούμε τα δίκια της χώρας μας, κανείς δεν πρέπει να μας θεωρεί δεδομένους. Και σε κανέναν, όσο ισχυρός κι αν είναι, η Ελλάδα δεν θα εκποιήσει την εθνική της αξιοπρέπεια με όποιο αντάλλαγμα.
Αλλά που να τα καταλάβει αυτά ο κ. Μητσοτάκης, που τον απασχολεί το αύριο της (διε)φθαρμένης εξουσίας του πολύ περισσότερο από το διεθνές δίκαιο και το αύριο της χώρας.