Αμετανόητος, παρά την παραπομπή της συμφωνίας Ε.Ε. – Mercosur στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης και το διεθνές κύμα κατακραυγής, παραμένει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, που επιμένει ότι η συμφωνία είναι για το καλό μας. Στη συνέντευξή του στο Euronews ο πρωθυπουργός άφησε στην άκρη την υποκριτική κατανόηση που είχε στον διάλογο με τους αγρότες και όχι μόνο δεν έκανε βήμα πίσω, αλλά επιβεβαίωσε την εμμονή του στην εφαρμογή μιας συμφωνίας που απειλεί ευθέως την ύπαρξη του πρωτογενούς τομέα.
«Η άποψή μου είναι απολύτως ξεκάθαρη: όταν πρόκειται για αυτές τις μεγάλες διεθνείς εμπορικές συμφωνίες, τα οφέλη είναι περισσότερα από τα μειονεκτήματα» δήλωσε με ισχυρή δόση δημιουργικής ασάφειας, υιοθετώντας πλήρως τη ρητορική των Βρυξελλών ως καλός και προβλέψιμος σύμμαχος. Με ένα αφήγημα που επαναλαμβάνεται σχεδόν μηχανικά, χωρίς όμως καμία ουσιαστική αναφορά στο ποιοι ωφελούνται και -κυρίως- ποιοι ζημιώνονται, την ώρα που η γνωστή κινηματογραφική φράση «είναι πολλά τα λεφτά» πλανάται πάνω από τις Βρυξέλλες.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίστηκε, μάλιστα, πρόθυμος να αναλάβει και νέες πρωτοβουλίες προς αυτή την κατεύθυνση, προαναγγέλλοντας ταξίδι στην Ινδία και τονίζοντας πως «έχουμε κάθε λόγο να τασσόμαστε υπέρ της διασφάλισης μιας διεθνούς τάξης βασισμένης σε κανόνες, που να ευνοεί το ελεύθερο εμπόριο».
Μόνο που το ελεύθερο εμπόριο, όπως προκύπτει από τη συμφωνία Mercosur, δεν λειτουργεί με τους ίδιους κανόνες για όλους αλλά μόνο για τους λίγους. Κι αυτό διότι η συμφωνία ανοίγει την ευρωπαϊκή αγορά σε τεράστιες ποσότητες αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων από τη Λατινική Αμερική, τα οποία παράγονται με σαφώς χαμηλότερα περιβαλλοντικά, υγειονομικά και εργασιακά πρότυπα από αυτά που επιβάλλονται στους Ευρωπαίους παραγωγούς.
Παρά τη ρητορική περί κατανόησης των ανησυχιών των αγροτών, ο πρωθυπουργός αποφεύγει συστηματικά να απαντήσει στο βασικό ερώτημα: τι θα απογίνουν οι Ελληνες αγρότες σε αυτή τη νέα πραγματικότητα; Αντί γι’ αυτό, επιλέγει να υπερασπιστεί μια συμφωνία που ευνοεί κυρίως τις ισχυρές βιομηχανικές οικονομίες της κεντρικής Ευρώπης και συγκεκριμένα μονοπωλιακά συμφέροντα. Η εικόνα που εκπέμπεται είναι σαφής, παρά τις κοινωνικές αντιδράσεις σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, η κυβέρνηση θα θυσιάσει τον πρωτογενή τομέα στον βωμό της εξυπηρέτησης των λίγων και αρεστών.