Οι υπογραφές «μαϊμού», η υφαρπαγή περιουσιών, η δημογραφική συρρίκνωση και η στρατηγική αφομοίωσης των Τιράνων απειλούν τον Ελληνισμό
Απογραφές «μαϊμού», υφαρπαγή περιουσιών με τις ευλογίες της κυβέρνησης Ράμα και ένας μεθοδευμένος διαχωρισμός σε «καλούς» και «κακούς» Ελληνες συνθέτουν το σκηνικό στο οποίο καλείται να επιβιώσει η εθνική ελληνική μειονότητα στην Αλβανία. Σήμερα ο Ελληνισμός της περιοχής δεν αντιμετωπίζει απλώς τη δημογραφική συρρίκνωση, λόγω και της φυγής μεγάλου μέρους Ελλήνων στο εξωτερικό, αλλά μια «στρατηγική επιλογή» των Τιράνων που στοχεύει στην πλήρη αφομοίωση και στον οικονομικό εκμηδενισμό των πατρογονικών εστιών.
Αποκαλυπτικές μαρτυρίες
Η «δημοκρατία» μίλησε με τρεις εκπροσώπους του Ελληνισμού της Βόρειας Ηπείρου, ανθρώπους που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή και βιώνουν καθημερινά την πίεση ενός ιδιότυπου καθεστώτος. Μέσα από τις αποκαλυπτικές μαρτυρίες του βουλευτή Βαγγέλη Ντούλε, του πρώην προέδρου της Ομόνοιας Λεωνίδα Παππά και του δημάρχου Δερβιτσάνης Φιλίππου Μπόμπολη ξεδιπλώνεται ο οδικός χάρτης μιας μεθοδευμένης δίωξης.

Από τις «γκρίζες» ζώνες των απογραφών που «εξαφανίζουν» χιλιάδες ομογενείς, μέχρι το κρεσέντο του αυταρχισμού στη Χειμάρρα και στον οικονομικό αποκλεισμό των μειονοτικών χωριών από τα κρατικά κονδύλια, η πραγματικότητα είναι ωμή: Ο βορειοηπειρωτικός Ελληνισμός βρίσκεται στο πιο κρίσιμο σταυροδρόμι της σύγχρονης Ιστορίας του, παλεύοντας ανάμεσα στην αντίσταση και την οριστική αποδυνάμωση. Το «μαγείρεμα» των απογραφών και η μάχη του αυτοπροσδιορισμού
Η πρώτη και βασικότερη μάχη για την ελληνική μειονότητα δίνεται στο πεδίο των αριθμών, εκεί όπου το αλβανικό κράτος επιχειρεί να «νομιμοποιήσει» την εξαφάνιση του ελληνικού στοιχείου. Ο Βαγγέλης Ντούλες καταγγέλλει μια συστηματική προσπάθεια των Τιράνων να αγνοήσουν τα διεθνή πρότυπα. «Απαιτείται να γίνουν σωστές οι απογραφές πληθυσμού και να γίνουν σεβαστές οι προδιαγραφές του Συμβουλίου της Ευρώπης, όπως σε όλες τις πρώην χώρες του σοσιαλιστικού μπλοκ» τονίζει με έμφαση. Η εμπειρία του παρελθόντος είναι διδακτική και δείχνει το μέγεθος της μεθόδευσης: το 2001 το κράτος αρνήθηκε πεισματικά να συμπεριλάβει ερωτήματα για το θρήσκευμα, τη μητρική γλώσσα και την καταγωγή, οδηγώντας όλες τις μειονότητες σε μια συντονισμένη αποχή.
Η κατάσταση έγινε ακόμα πιο επικίνδυνη το 2011. Ο κ. Ντούλες αποκαλύπτει την «παγίδα» των προστίμων που στήθηκε την τελευταία στιγμή: «Φέρανε τροποποίηση του νόμου περί απογραφών, η οποία έλεγε πως όποιος δηλώσει κάτι διαφορετικό από ό,τι ισχύει στις βάσεις δεδομένων του κράτους αυτή η πράξη επιφέρει διοικητικό πρόστιμο αξίας χιλίων δολαρίων».
Αυτό σήμαινε πως αν το αλβανικό ληξιαρχείο, που βασίζεται ακόμη και σήμερα σε στοιχεία του κομμουνιστικού καθεστώτος, δεν σε αναγνωρίζει ως Ελληνα, το να δηλώσεις την αλήθεια σου τιμωρείται εξοντωτικά. Στην περιοχή της Χειμάρρας οι Αρχές δεν αναγνωρίζουν επίσημα ούτε έναν Ελληνα πολίτη στα χαρτιά τους, μια πρακτική που ο βουλευτής χαρακτηρίζει πλήρη επιβεβαίωση των στοιχείων του καθεστώτος Χότζα. Σήμερα η απογραφή του 2023 παραμένει ένα «φάντασμα».
«Φανταστείτε, τρίτος χρόνος μετά τη διεξαγωγή της απογραφής και δεν γνωρίζουμε τα στοιχεία ανά δήμο. Οποιοδήποτε στοιχείο κυκλοφορεί η στατιστική υπηρεσία της χώρας αμφισβητείται έντονα από εμάς και όλες τις άλλες μειονότητες» αναφέρει ο κ. Ντούλες στη «δημοκρατία».
Η σημασία της…. ρίζας
Από την πλευρά του, ο Λεωνίδας Παππάς επισημαίνει τη σημασία της «ρίζας» που δεν σβήνει με στατιστικές αλχημείες. «Ο συνολικός αριθμός των Ελλήνων στην Αλβανία είναι περίπου 250.000. Οι μόνιμοι κάτοικοι είναι λιγότεροι, αλλά για εμάς δεν είναι άνθρωποι που ξεριζώθηκαν. Η ρίζα τους είναι εκεί, έχουν σπίτια που συντηρούν, πηγαινοέρχονται. Είναι μια δυναμική κατάσταση, άλλος είναι ο πληθυσμός των Ελλήνων τον χειμώνα και άλλος το καλοκαίρι» αναφέρει χαρακτηριστικά.

Ιδιοκτησιακό: Η «στρατηγική» υφαρπαγή της παράκτιας ζώνης
Αν οι απογραφές στοχεύουν στην ταυτότητα, το ιδιοκτησιακό ζήτημα στοχεύει στην ίδια την οικονομική και φυσική ύπαρξη των Ελλήνων πάνω στη γη των προγόνων τους. Ο Βαγγέλης Ντούλες είναι κατηγορηματικός για το τι συμβαίνει σήμερα: «Είναι σε εξέλιξη ένα σχέδιο, το οποίο –κατά τη δική μου εκτίμηση– είναι στρατηγική επιλογή του Αλβανού πρωθυπουργού: η αλλοίωση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος στην ευρύτερη περιοχή, την παράκτια του Ιονίου».
Αυτή η διαδικασία λειτουργεί συστηματικά εις βάρος των νόμιμων ιδιοκτητών και υπέρ των «πελατών» ή των πελατειακών συμφερόντων του Εντι Ράμα. «Θα ακούσετε το αντεπιχείρημα ότι προβλήματα υπάρχουν σε όλη την επικράτεια. Ναι, υπάρχουν. Αλλά σε καμία άλλη περιοχή της χώρας το φαινόμενο δεν χαρακτηρίζεται από αυτή τη συστηματικότητα, τη μαζικότητα και την έννοια που εμφανίζει στη Χειμάρρα και την ευρύτερη περιοχή» υπογραμμίζει ο κ. Ντούλες. Σε αυτό το σημείο ο δήμαρχος Δερβιτσάνης, Φίλιππος Μπόμπολης, προσθέτει ακόμα μία κρίσιμη διάσταση: τον οικονομικό «στραγγαλισμό».

Πλήρης εγκατάλειψη
Ο κ. Μπόμπολης περιγράφει μια πολιτική πλήρους εγκατάλειψης των μειονοτικών χωριών από το κεντρικό κράτος. «Κονδύλια για έργα στα χωριά των Ελλήνων δεν υπάρχουν, βασικές υποδομές δεν υπάρχουν. Μας αφήνουν στην τύχη μας, χωρίς δρόμους, χωρίς επενδύσεις, για να μας αναγκάσουν να εγκαταλείψουμε τον τόπο μας» αναφέρει, σκιαγραφώντας μια μεθοδευμένη προσπάθεια να καταστούν οι περιοχές αυτές μη βιώσιμες για τη νέα γενιά. Ταυτόχρονα τονίζει ότι ακόμα και οι τίτλοι των περιουσιών τους, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για την ανάπτυξη των περιοχών τους, δεν μπορούν να φτάσουν καν στα χέρια τους. Παρόλο που στη Δερβιτσάνη το πρόβλημα δεν είναι τόσο μεγάλο όσο στη Χειμάρρα, καθώς εκεί δεν υπάρχουν παραλίες αλλά μόνο χωριά, υπάρχουν περιπτώσεις «απαλλοτρίωσης» ειδικά των περιουσιών που ανήκαν στην Εκκλησία.
Ολοένα και λιγοστεύουν τα Ελληνόπουλα
Ο Λεωνίδας Παππάς περιγράφει μια εικόνα στην εκπαίδευση που προκαλεί θλίψη, καθώς το Δημογραφικό πλήττει τον πυρήνα της μειονότητας. Παλαιότερα, όπως λέει στη «δημοκρατία», υπήρχε ζήτημα με την εκπαίδευση: «Τώρα δεν υπάρχει τέτοιο ζήτημα εκπαίδευσης, γιατί δυστυχώς τα περισσότερα παιδιά έχουν φύγει. Οχι ότι δεν υπάρχουν και σήμερα.

Εχουμε ελληνικά σχολεία, που είναι τα δημόσια, αυτά που είναι στο αλβανικό κράτος, αλλά είναι και τα ιδιωτικά, εκεί που το αλβανικό κράτος δεν επιτρέπει να ανοίξουν ελληνικά σχολεία, όπως είναι η Χειμάρρα και η Κορυτσά, λειτουργούν ιδιωτικά σχολεία ελληνικά. Τα ιδιωτικά σχολεία λειτουργούν με τη βοήθεια του ελληνικού κράτους, ενώ στα δημόσια δεν έχει δυνατότητα παρέμβασης το ελληνικό κράτος. Είναι δημόσια αλβανικά σχολεία ή τα λεγόμενα μειονοτικά, που δεν μπορεί να κάνει κάτι το ελληνικό κράτος.
Κάθε πέρυσι και καλύτερα
Ετσι κάθε πέρυσι και καλύτερα, αυτό βλέπουμε, και κάθε φέτος και χειρότερα. Και η κατάσταση είναι μελαγχολική. Δηλαδή να σου το πω: ότι στους Αγίους Σαράντα, για παράδειγμα, όταν ήταν τα δικά μου παιδιά στο δημοτικό, είχαμε περίπου μόνο στην πόλη των Αγίων Σαράντα 200 Ελληνόπουλα στα σχολεία. Αυτή τη στιγμή είναι τα μισά. Και μάλιστα από αυτά τα μισά, τα 100, ας πούμε, που είναι, μη σου πω ότι τα μισά είναι Αλβανοί.
Είναι Αλβανοί, γιατί είναι κάποιες οικογένειες Αλβανών που ήρθαν στην Ελλάδα και επιστρέφοντας εκεί πάνε τα παιδιά τους στο ελληνικό σχολείο. Για δύο λόγους: είτε γιατί τα παιδιά δεν ξέρουν καλά αλβανικά, μεγάλωσαν στην Ελλάδα, είτε γιατί σκέφτονται ότι όταν θα μεγαλώσουν δεν υπάρχουν καλά πανεπιστήμια στην Αλβανία, υπάρχουν καλά πανεπιστήμια στην Ελλάδα, οπότε ας πάνε στο μειονοτικό σχολείο. Δηλαδή, σκέψου ότι ενώ πριν από περίπου δέκα χρόνια, που εγώ είχα τα δικά μου παιδιά στο σχολείο, ήταν περίπου 200 παιδιά, τώρα είναι 100, και από αυτά τα 100 περίπου τα μισά είναι Ελληνόπουλα».
Η «κατηγοριοποίηση» των Ελλήνων και η περίπτωση Φρέντη Μπελέρη
Ο Βαγγέλης Ντούλες περιγράφει με μελανά χρώματα τη στρατηγική του διχασμού που ακολουθεί ο Εντι Ράμα μέσα στις τάξεις του Ελληνισμού. «Ο πρωθυπουργός συστηματικά καλλιεργεί έναν διχασμό, διαχωρίζοντας τους Ελληνες σε δύο κατηγορίες: στους “καλούς” και τους “κακούς”. Καλοί είναι όσοι αποδέχονται αδιαμαρτύρητα τις πολιτικές του, που στηρίζονται στην αφομοίωση. Αυτοί είναι οι καλοί Ελληνες και αυτοί χαίρουν όλων των προνομίων της εξουσίας, είτε είναι αξιωματούχοι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης είτε μπακάληδες σε ερημωμένα χωριά».
Αντίθετα, οι «κακοί» Ελληνες είναι όσοι υψώνουν ανάστημα. «Οσοι αρθρώνουν λόγο, διεκδικούν δικαιώματα, αυτοί κατά τον πρωθυπουργό δημιουργούν προβλήματα για ίδιον όφελος και δυναμιτίζουν τις σχέσεις Ελλάδας – Αλβανίας. Αφομοίωση σημαίνει να μην είσαι περήφανος για την εθνική σου καταγωγή και να μην απαιτείς σεβασμό των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών σου» λέει ο κ. Ντούλες. Ως παράδειγμα φέρνει τη Χειμάρρα: «Γιατί ο Φρέντης Μπελέρης ήταν ο “κακός” και ο αρνητικός; Γιατί είναι περήφανος για την καταγωγή του, το δηλώνει και αγωνίζεται για τις ιδιοκτησίες των συμπολιτών του. Ενώ άλλοι δήμαρχοι ελληνικής καταγωγής με το κόμμα του Ράμα είναι οι “σωστοί”.

Οι άλλοι, όσοι λοιπόν υψώνουν ανάστημα, αρθρώνουν λόγο, διεκδικούν δικαιώματα, αυτοί είναι οι “κακοί” Ελληνες. Οι οποίοι, κατά τον πρωθυπουργό, δημιουργούν προβλήματα για ίδιον όφελος, δυναμιτίζουν τις σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας και ούτω καθεξής. Τι εστί αφομοίωση; Λοιπόν, αφομοίωση σημαίνει να μην είσαι περήφανος, κατά τον Αλβανό πρωθυπουργό, για την εθνική σου καταγωγή. Να μην απαιτείς να γίνονται σεβαστά τα δικαιώματά σου και να μη γίνονται αποδεκτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά σου ως εθνική ελληνική μειονότητα. Αυτές είναι οι πτυχές, οι βασικές στις οποίες στηρίζεται αυτή η πολιτική».
Αναγνωρισμένες περιοχές
«Το να πεις στην Αλβανία ότι είσαι Ελληνας σε στιγματίζει, αν είσαι εκτός των αναγνωρισμένων περιοχών που η Αλβανία αναγνωρίζει. Η Αλβανία αναγνωρίζει ως μειονότητα μόνο τα χωριά των Αγίων Σαράντα, του Αργυροκάστρου και του Δελβίνου. Αν κάποιος πολιτικός είναι από την Κορυτσά, δεν θα βγει ποτέ να πει ότι είναι Ελληνας, παρότι έχει ελληνική ταυτότητα» εξηγεί ο κ. Παππάς. Αυτή η «σχιζοφρενική» κατάσταση δείχνει την πίεση που δέχεται το ελληνικό στοιχείο για να παραμείνει κρυφό και «ακίνδυνο» για το αλβανικό εθνικό αφήγημα. Το πρόσφατο παράδειγμα με τον Δήμο Χειμάρρας και τον Φρέντη Μπελέρη είναι χαρακτηριστικό. Προκειμένου κάποιος να εκλεγεί σε δημόσιο αξίωμα θα πρέπει να έχει την «έγκριση» του καθεστώτος Ράμα.
Ιδιόμορφη δικτατορία το καθεστώς Ράμα
Η πιο σκληρή κριτική του Λεωνίδα Παππά αφορά τη φύση του καθεστώτος Ράμα, το οποίο χαρακτηρίζει μια «ιδιόμορφη δικτατορία». «Πιστεύω ότι από τότε που ανέλαβε την εξουσία ο Εντι Ράμα, ενώ φαινομενικά φαίνεται να υπάρχει ανάπτυξη στην Αλβανία, κάνανε βήματα προς τα πίσω. Κάνανε βήματα προς τα πίσω ως προς τον εκδημοκρατισμό της χώρας. Γιατί σήμερα στην Αλβανία έχουμε ένα ιδιόμορφο καθεστώς, είναι μια μορφή δικτατορίας αυτό που υπάρχει, που είναι ο συνδυασμός της εξουσίας και της εγκληματικότητας, που δεν είναι απλώς στο περιθώριο της εξουσίας, όπως ήταν τα προηγούμενα χρόνια, αλλά είναι αυτή τη στιγμή μέρος της εξουσίας.
Τι θέλω να πω με τούτο: ότι το εγκληματικό στοιχείο και η εγκληματικότητα στην αλβανική κοινωνία ήταν κάτι που ήταν αρκετά διαδεδομένα όχι μόνο εντός της χώρας, αλλά και σε χώρες του εξωτερικού, όπου η Αλβανία, αν θέλετε, είχε ένα σημαντικό μερίδιο στην εγκληματικότητα, είτε αυτό έχει να κάνει με το εμπόριο ναρκωτικών είτε με οποιεσδήποτε άλλες παρανομίες. Δεν θα ήθελα να δώσω μια διάσταση ρατσιστική. Υπάρχουν αξιόλογοι Αλβανοί που είναι ενταγμένοι, αλλά είναι αυτό το ποσοστό που είναι μεγαλύτερο σε σχέση με τις άλλες χώρες, που είναι σε μεγαλύτερο βαθμό. Αυτό, λοιπόν, το εγκληματικό στοιχείο ήθελε να νομιμοποιήσει τα χρήματά του, πάντα επεδίωκε και στην αλβανική εξουσία να επηρεάσει τις καταστάσεις.

Μπορώ να πω ότι ήταν στο περιθώριο της εξουσίας. Ολες οι εξουσίες έχουν ανάγκη αυτούς τους ανθρώπους, γιατί στο κάτω κάτω έχουν και μία επιρροή εκλογική. Μπορώ να πω ότι μπορεί να συμβαίνει ακόμα και σε πιο πολιτισμένες χώρες αυτό, ότι η εξουσία να έχει κάποια σχέση με το έγκλημα, αν θέλεις. Κατ’ αναλογία είχε και στην Αλβανία, αλλά φαίνεται αυτή τη στιγμή το έγκλημα δεν είναι απλώς στο περιθώριο της εξουσίας».
Το κρισιμότερο σταυροδρόμι: Η ώρα της ευθύνης
Η κοινή συνισταμένη των τριών μαρτυριών είναι ένας ύστατος συναγερμός. Ο Βαγγέλης Ντούλες προειδοποιεί ότι τα περιθώρια στενεύουν επικίνδυνα: «Ο Ελληνισμός εδώ βρίσκεται στο κρισιμότερο σταυροδρόμι της αιωνόβιας παρουσίας του. Είτε θα ληφθούν τώρα μέτρα και θα χαραχθούν πολιτικές στήριξης και στο πλαίσιο της Ε.Ε. και της προσπάθειας της Αλβανίας για ενσωμάτωση είτε θα οδηγηθούμε, δυστυχώς, σε περαιτέρω συρρίκνωση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται». Αν η Αθήνα και οι Βρυξέλλες συνεχίσουν να εθελοτυφλούν μπροστά στις μεθοδεύσεις των Τιράνων το «κρίσιμο σταυροδρόμι» θα αποτελέσει την τελευταία πράξη ενός προαναγγελθέντος ξεριζωμού.