Ο Κυριάκος Βελόπουλος βρίσκεται σε έναν ολισθηρό κατήφορo δίχως πάτο, αυτή τη φορά μετέτρεψε το βήμα της Βουλής σε βήμα εξύμνησης του σκοτεινότερου παρελθόντος της χώρας, τολμώντας να ισχυριστεί πως το καθεστώς της μαύρης επταετίας ήταν το μόνο που επέδειξε σοβαρότητα στα εθνικά θέματα.
Με μια ντροπιαστική ρητορική, ο πρόεδρος της Ελληνικής Λύσης ανακάλεσε το φάντασμα της Χούντας για να στηρίξει το δικό του ενεργειακό αφήγημα, δηλώνοντας προκλητικά πως «η μόνη σοβαρή δουλειά που έγινε στο θέμα των εξορύξεων έγινε στην επταετία. Να τα ξεκαθαρίσουμε. Κι ακόμα ο Πρίνος βγάζει πετρέλαιο. Κι από το 1974 μέχρι και σήμερα, καμία κυβέρνηση δεν τόλμησε να κάνει εξορύξεις».
Αγνοώντας επιδεικτικά τη διεθνή απομόνωση και την εθνική καταστροφή που προκάλεσε η δικτατορία, ο κ. Βελόπουλος συνέχισε να επενδύει στον λαϊκισμό των «ανεκμετάλλευτων θησαυρών», ρωτώντας ρητορικά: «Ποιος αφαίρεσε τη δυνατότητα από την Ελλάδα να γίνει πετρελαιοπαραγωγός χώρα;».
Η προσπάθειά του να παρουσιαστεί ως ο μοναδικός θεματοφύλακας της κυριαρχίας κορυφώθηκε με την επίθεση στον νόμο Μανιάτη, τον οποίο χαρακτήρισε ως «εθνικό έγκλημα» λόγω της τροποποίησής του, υποστηρίζοντας πως «με αυτόν η μέση γραμμή ορίζεται ως όριο της υφαλοκρηπίδας. Αυτό είναι εθνικό έγκλημα. Μιλάμε για αμφισβήτηση της εθνικής μας κυριαρχίας».
Μέσα στο κρεσέντο του ανορθολογισμού, ο πρόεδρος της Ελληνικής Λύσης δεν δίστασε να τάξει «μισθούς και συντάξεις 3.000 ευρώ», αρκεί η διαχείριση να γινόταν μέσω μιας κρατικής εταιρείας και ενός επενδυτικού fund, παραπονούμενος πως «εμείς καταθέσαμε και σχετική πρόταση νόμου το 2025, αλλά κανείς εδώ μέσα δεν υπέγραψε».
Επιτιθέμενος στην κυβέρνηση για τις συμβάσεις με την CHEVRON, ισχυρίστηκε πως αυτές «διαψεύδουν τον πρωθυπουργό για όσα λέει τώρα για τις εξορύξεις που δεν τις ήθελε», ενώ συμπλήρωσε πως «προστέθηκαν τροποποιήσεις που προκαλούν ασάφειες».