Αποκομμένος πλήρως από την πολιτική πραγματικότητα και τα αισθήματα της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ επέλεξε να προχωρήσει σε μια πανηγυρική ανακοίνωση με αφορμή τη συμπλήρωση οκτώ ετών από την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών!
Παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη συμφωνία αποτέλεσε έναν από τους λόγους που οι ψηφοφόροι τους τιμώρησαν αυστηρά καθώς παραδόθηκε και με τη βούλα το όνομα της Μακεδονίς στους Σκοπιανούς, στον ΣΥΡΙΖΑ επιμένουν να εθελοτυφλούν. Στην ανακοίνωσή τους ισχυρίζονται προκλητικά ότι «η ιστορία έχει ήδη καταγράψει τη σημασία της ως μιας κορυφαίας διπλωματικής επιτυχίας της χώρας και ως μιας συμφωνίας που ενίσχυσε την ειρήνη, τη σταθερότητα και τη συνεργασία στα Βαλκάνια».
Στο ίδιο μήκος κύματος πολιτικής αυταπάτης, υποστηρίζουν ότι η τότε κυβέρνηση των Αλέξη Τσίπρα και Νίκου Κοτζιά «επέδειξε πολιτικό θάρρος και εθνική ευθύνη, επιλύοντας μια εκκρεμότητα δεκαετιών προς όφελος της Ελλάδας και της διεθνούς της θέσης».
Αντί για αυτοκριτική, η ανακοίνωση καταλήγει με την ακατανόητη διαπίστωση ότι η παράδοση του ονόματος «υπερασπίζεται τα εθνικά συμφέροντα με αυτοπεποίθηση και ενισχύει το κύρος της χώρας»…
Η ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ:
Οκτώ χρόνια μετά την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών, η ιστορία έχει ήδη καταγράψει τη σημασία της ως μιας κορυφαίας διπλωματικής επιτυχίας της χώρας και ως μιας συμφωνίας που ενίσχυσε την ειρήνη, τη σταθερότητα και τη συνεργασία στα Βαλκάνια.
Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, με Πρωθυπουργό τον Αλέξη Τσίπρα και Υπουργό Εξωτερικών τον Νίκο Κοτζιά, επέδειξε πολιτικό θάρρος και εθνική ευθύνη, επιλύοντας μια εκκρεμότητα δεκαετιών προς όφελος της Ελλάδας και της διεθνούς της θέσης.
Η επέτειος αυτή αποτελεί ταυτόχρονα υπενθύμιση της στάσης που επέλεξε τότε η Νέα Δημοκρατία και προσωπικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Η ακραία αντιπολιτευτική ρητορική, οι καταγγελίες περί «εθνικής υποχώρησης» και δηλώσεις όπως ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ «αντάλλαξε το Μακεδονικό με τις συντάξεις» έσπασαν τα ρεκόρ του λαϊκισμού όλων των εποχών.
Η πραγματικότητα διέψευσε όσους επένδυσαν στον διχασμό και στον πολιτικό καιροσκοπισμό. Αντίθετα, δικαίωσε όσους επέλεξαν τον δύσκολο δρόμο της ευθύνης, του διαλόγου και της διπλωματίας.