Με αμείωτη ένταση πρωθυπουργός και πρόεδρος της Βουλής συνεχίζουν να παίζουν επικίνδυνα παιχνίδια -με το θέμα των εκλογών στο επίκεντρο-, προκαλώντας μια απίστευτη θεσμική γελοιοποίηση. Λίγες ώρες αφότου ο Νικήτας Κακλαμάνης, σε μια πρωτοφανή για τα μεταπολιτευτικά δεδομένα κίνηση, έκανε μέσω τηλεοπτικής συνέντευξής του προβλέψεις για την ημερομηνία των πρόωρων εκλογών, προσδιορίζοντας μάλιστα ως πιθανό μήνα τον Σεπτέμβριο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης τού «απάντησε» δημοσίως χθες, καλώντας από την Εύβοια, όπου περιόδευσε, τη βάση της Ν.Δ. «να είναι έτοιμη για τις κάλπες του… 2027».
«Σας θέλω έτοιμους στις επάλξεις για τις εκλογές που θα γίνουν την άνοιξη του 2027» ανέφερε συγκερκριμένα και απαντώντας σε όσους υποστηρίζουν ότι πραγματοποιεί περιοδείες γιατί σκοπεύει να προχωρήσει σε πρόωρες εκλογές, τόνισε: «Εμείς δεν σταματάμε και δεν περιμένουμε όπως κάποιοι άλλοι την προεκλογική περίοδο για να βρεθούμε δίπλα στους συμπολίτες μας. Είμαστε παρόντες, αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα με αποτελεσματικότητα, στηρίζουμε τις τοπικές κοινωνίες».
Λίγες ώρες νωρίτερα ο κ. Κακλαμάνης, μιλώντας σε τηλεοπτικό κανάλι και με αφορμή τις διαδικασίες για τη συνταγματική αναθεώρηση, είχε πει συγκεκριμένα: «Ενα πονηρό μυαλό -βάλτε το δικό μου- θα μπορούσε να σκεφτεί “γιατί σώνει και καλά θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί η δεύτερη ψηφοφορία τον Αύγουστο, αν οι εκλογές γίνουν τον επόμενο Μάιο ή τον Ιούνιο του 2027. Μπορούσαν να γίνουν τον Σεπτέμβριο”».
Οταν, λοιπόν, οι δύο εκ των κορυφαίων πολιτειακών παραγόντων εμφανίζονται να κάνουν κατ’ αυτόν τον τρόπο δημόσιο «διάλογο» αναφορικά με το πότε θα στηθούν οι κάλπες, ο ευτελισμός των θεσμών είναι πρόδηλος και τα ερωτήματα που προκύπτουν αβίαστα είναι πολλά. Οι κ. Μητσοτάκης και Κακλαμάνης δεν έχουν επικοινωνία μεταξύ τους; Και γιατί χρειάζεται να «απαντά» ο ένας στον άλλον με δημόσιες δηλώσεις για ένα τέτοιο μείζον θέμα και αυτό μάλιστα να θεωρείται… κανονικότητα;
Αφού δε ο πρόεδρος της Βουλής μίλησε ανοιχτά για πιθανές εκλογές τον Σεπτέμβριο, σε άλλη γραμμή από τον πρωθυπουργό, ο κ. Μητσοτάκης τι έπραξε πριν μεταβεί χθες στην Εύβοια και επαναλάβει τα περί άνοιξης του 2027; Από τη στιγμή που ο ίδιος επιμένει -τουλάχιστον επισήμως- σε αυτήν την εκδοχή, η συντήρηση της εκλογολογίας από τον τρίτο τη τάξει πολιτειακό παράγοντα μάλιστα, τον πρόεδρο της Βουλής, τον ενοχλεί ή μήπως για άλλους λόγους τον βολεύει και αυτόν; Ποια θεσμικότητα έχουν σε κάθε περίπτωση αυτές οι τακτικές;
Ολα αυτά έρχονται στην πραγματικότητα να επιβεβαιώσουν πανηγυρικά τη μόλις χθεσινή αποκάλυψη της «δημοκρατίας», ότι ο κ. Κακλαμάνης κινείται, κατόπιν προσυννενόησης με τον κ. Μητσοτάκη, με στόχο να πιεστεί ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς και να επισπεύσει τις επίσημες ανακοινώσεις για το νέο του κόμμα, επιxειρώντας την επανάληψη του σεναρίου της άνοιξης, όταν με ανάλογες διαρροές και δηλώσεις ανάγκασαν να κάνουν τα αποκαλυπτήριά τους οι Αλέξης Τσίπρας και Μαρία Καρυστιανού. Μόνο που στο Μαξίμου ξεχνούν κάτι βασικό, ο Σαμαράς δεν είναι ούτε Τσίπρας ούτε Καρυστιανού για να τσιμπήσει σε εξυπνακισμούς χαμηλού επιπέδου και να κάνει βιαστικές κινήσεις. Και αυτό τουλάχιστον ο κ. Κακλαμάνης θα έπρεπε να το γνωρίζει.
Η γενικότερη αυτή μεθόδευση επιχειρείται από την πλευρά του κ. Μητσοτάκη με την επιδίωξη να «λαχανιάσουν» -μέχρι την ώρα που θα στηθούν τελικά οι κάλπες- οι πολιτικοί του αντίπαλοι, αν και αυτή η τακτική απειλεί να γυρίσει μπούμερανγκ. Και αν για τον πρωθυπουργό ο δρόμος του θεσμικού ευτελισμού είναι συνήθης, τι ακριβώς συμβαίνει με τον Νικήτα Κακλαμάνη, που έχει αποδεχτεί να μετατραπεί από ανώτατο πολιτειακό παράγοντα σε… πολιτική Πυθία και μάλιστα δεύτερης διαλογής. Η επικρατέστερη εκδοχή είναι ότι ο Κ. Μητσοτάκης τού υποσχέθηκε ακόμα μία τετραετία, χωρίς κόπο αυτή τη φορά, μέσα από το ψηφοδέλτιο Επικρατείας, όπως αναφέρουν και οι πληροφορίες.
Μετά την αποχώρησή του από την Α’ Αθήνας, άλλωστε, «αδειάζει» και μία θέση, σε εποχές που οι «γαλάζιες» έδρες φαίνεται ότι θα συρρικνωθούν δραματικά. Και γενικότερα ο κ. Κακλαμάνης, απ’ όταν έγινε πρόεδρος της Βουλής, έχασε και τη μαχητικότητα και το νεύρο που τον διέκρινε απέναντι στο Μέγαρο Μαξίμου.