Ο Τραμπ έχει εκφράσει ανοιχτά την πρόθεσή του να άρει τις κυρώσεις εις βάρος της Τουρκίας και να επιτρέψει την επανένταξή της στο πρόγραμμα των F-35. Η Ελλάδα έχει αντιδράσει, ενεργοποιώντας το δίκτυο επαφών της στην Ουάσινγκτον.
Του Εμμανουήλ Μπέζα*
Ωστόσο, η τακτική αυτή παραβλέπει ότι κανένα λόμπι δεν μπορεί να αντισταθμίσει τη στρατηγική αξία μιας χώρας στο ΝΑΤΟ και ότι η ικανότητα του Ισραήλ να επηρεάζει την αμερικανική περιφερειακή πολιτική περιορίζεται καθώς εξελίσσονται οι προτεραιότητες των ΗΠΑ. Οι δομικές βάσεις αυτής της ιδιαίτερης σχέσης βρίσκονται πλέον υπό αυξανόμενη πίεση.
Οι συμμαχίες αποτελούν κυρίως εργαλεία ασφάλειας. Οι μεγάλες δυνάμεις τις χρησιμοποιούν για να διαχειρίζονται την ισορροπία ισχύος, ενώ οι περιφερειακές αναζητούν εξωτερικούς εταίρους για να εξισορροπήσουν τις απειλές που αντιμετωπίζουν. Η Μέση Ανατολή είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική, καθώς οι συμμαχίες της διαμορφώνονται κυρίως από περιφερειακές απειλές αλλά και τον διεθνή στρατηγικό ανταγωνισμό. Η εξέλιξη της αμερικανοϊσραηλινής σχέσης δείχνει πως η στρατηγική αξία μιας συμμαχίας μεταβάλλεται καθώς ανακατανέμονται η περιφερειακή και η διεθνής ισορροπία ισχύος.
Η εξέλιξη της συμμαχίας ΗΠΑ – Ισραήλ
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο το Ισραήλ αποτελούσε σημαντικό αλλά δευτερεύοντα εταίρο των ΗΠΑ σε μια Μέση Ανατολή που κυριαρχούνταν από τις αραβικές αντιπαλότητες και τον ανταγωνισμό του Ψυχρού Πολέμου. Ο Πόλεμος των Εξι Ημερών, το 1967, μετέτρεψε το Ισραήλ στον βασικό περιφερειακό σύμμαχο της Ουάσινγκτον. Εκτοτε λειτουργούσε ως αντίβαρο στους εχθρικούς αραβικούς συνασπισμούς, ενώ οι ΗΠΑ αξιοποιούσαν τη συμμαχία για την ανάσχεση της σοβιετικής επιρροής.
Επειτα από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης, η Ουάσινγκτον διατήρησε στενές σχέσεις με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία, μετατοπίζοντας το βάρος της στη διατήρηση της περιφερειακής τάξης υπό αμερικανική ηγεσία και στην προώθηση της ειρηνευτικής διαδικασίας Ισραήλ – Παλαιστίνης. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου η συμμαχία έφθασε στο απόγειο της στρατηγικής της σημασίας, καθώς οι ΗΠΑ ενεπλάκησαν άμεσα στη Μέση Ανατολή και διεύρυναν θεαματικά τη συνεργασία τους με το Ισραήλ.
Η κρίση στη Γάζα και η αντιπαράθεση με το Ιράν σηματοδοτούν μια νέα φάση, κατά την οποία οι δομικές προϋποθέσεις που προσέδιδαν στη συμμαχία τον εξαιρετικό της χαρακτήρα αρχίζουν να μεταβάλλονται.
Γιατί αναπτύχθηκε η ιδιαίτερη σχέση
Οταν οι ΗΠΑ υιοθέτησαν την πολιτική της άμεσης εμπλοκής, με στόχο την εδραίωση της πρωτοκαθεδρίας τους στη Μέση Ανατολή, το Ισραήλ αναδείχθηκε στον βασικό πυλώνα της αμερικανικής ισχύος. Η πρωτοφανής ανάπτυξη της στρατιωτικής, πληροφοριακής και πολιτικής συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών εξελίχθηκε σταδιακά σε μια ιδιαίτερη σχέση, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις ώστε το Ισραήλ να ασκεί σημαντική επιρροή σε πτυχές της αμερικανικής περιφερειακής πολιτικής.
Η σχέση αυτή δεν ήταν απλώς προϊόν κοινών αξιών ή εσωτερικής πολιτικής. Στηριζόταν στη θέση των ΗΠΑ ως της μοναδικής παγκόσμιας υπερδύναμης, στην αδιαμφισβήτητη πολιτική επιρροή τους στη Μέση Ανατολή, στη στρατιωτική τους υπεροχή και την προθυμία των σημαντικότερων αραβικών κρατών να συμμετέχουν σε μια περιφερειακή τάξη υπό αμερικανική ηγεσία. Σήμερα όλες αυτές οι προϋποθέσεις έχουν μεταβληθεί σημαντικά.
Γιατί αλλάζει η συμμαχία
Πρώτον, η μετάβαση προς ένα πολυπολικό διεθνές σύστημα έχει μειώσει τη σχετική ισχύ των ΗΠΑ, ενώ έχει ενισχύσει την οικονομική και διπλωματική επιρροή της Κίνας. Καθώς οι περιφερειακές δυνάμεις διαφοροποιούν τις εξωτερικές τους συνεργασίες, η Ουάσινγκτον δεν απολαμβάνει πλέον την αδιαμφισβήτητη θέση που κατείχε μετά τον Ψυχρό Πόλεμο.
Δεύτερον, η επιρροή των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή έχει υποχωρήσει. Η αντιπαράθεση με το Ιράν επιτάχυνε αυτή την εξέλιξη, αναδεικνύοντας το αυξανόμενο κόστος και τις ευπάθειες μιας εκτεταμένης αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή.
Τρίτον, η στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ δεν μεταφράζεται πλέον στον ίδιο βαθμό σε πολιτική επιρροή. Αντί να ενισχύει τη θέση της Ουάσινγκτον, η στρατιωτική της παρουσία στη Μέση Ανατολή εκθέτει ολοένα περισσότερο τις ίδιες και τους συμμάχους τους στον κίνδυνο περιφερειακών συγκρούσεων.
Τέταρτον, η στάση του Ισραήλ στη Γάζα έχει μεταβάλει τις αντιλήψεις περί απειλής. Καθώς αντιμετωπίζεται ως παράγοντας αποσταθεροποίησης, ενισχύονται οι τάσεις εξισορρόπησής του μέσω στενότερου συντονισμού των περιφερειακών δυνάμεων.
Παράλληλα, η ενίσχυση της κινεζικής και της ρωσικής επιρροής περιορίζει τη δυνατότητα της Ουάσινγκτον να στηρίζεται αποκλειστικά στο Ισραήλ και την ωθεί να αποδίδει μεγαλύτερη σημασία στις σχέσεις της με τα αραβικά κράτη και την Τουρκία.
Το αποτέλεσμα είναι μια περισσότερο ασύμμετρη συμμαχία. Το Ισραήλ εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από τη διπλωματική και τη στρατιωτική στήριξη των ΗΠΑ, ενώ η Ουάσινγκτον έχει ισχυρότερα κίνητρα να διευρύνει το δίκτυο των περιφερειακών της εταίρων πέρα από το Ισραήλ.
Από προνομιακός, σε συμβατικός σύμμαχος
Οι ΗΠΑ θα αναγκαστούν να λειτουργήσουν μέσα στους περιορισμούς μιας αναδυόμενης πολυπολικής τάξης και να επαναξιολογήσουν τη στάση τους στη Μέση Ανατολή, παρότι η στρατιωτική τους παρουσία στην περιοχή ενισχύθηκε στην αντιπαράθεση με το Ιράν.
Καθώς η Ουάσινγκτον επιδιώκει να συγκροτήσει έναν ευρύτερο συνασπισμό απέναντι στην Κίνα και τη Ρωσία, οι σχέσεις της με την Τουρκία, τη Σαουδική Αραβία, την Αίγυπτο και τα κράτη του Κόλπου θα αξιολογούνται με βάση τη δική τους στρατηγική αξία και όχι τις προτιμήσεις του Ισραήλ. Τα κράτη αυτά είναι πιθανό να θέσουν ως προϋπόθεση έναν πιο ενεργό αμερικανικό ρόλο στην εξισορρόπηση της ισχύος του Ισραήλ. Ως αποτέλεσμα, η ελευθερία κινήσεων του Ισραήλ θα περιοριστεί, όχι μόνο επειδή οι ΗΠΑ θα δυσκολεύονται περισσότερο να του παρέχουν τον ίδιο βαθμό στρατιωτικής κάλυψης, αλλά και επειδή οι υπόλοιποι περιφερειακοί τους εταίροι θα απαιτούν μεγαλύτερη αυτοσυγκράτηση.
Η συμμαχία ΗΠΑ – Ισραήλ δεν πρόκειται να τερματιστεί, αυτό που αλλάζει είναι ο εξαιρετικός χαρακτήρας της. Το Ισραήλ θα παραμείνει ο στενότερος περιφερειακός σύμμαχος των ΗΠΑ, αλλά πλέον ως ένας ιδιαίτερα σημαντικός, όχι όμως προνομιακός, σύμμαχος, με περιορισμένη δυνατότητα να διαμορφώνει τις σχέσεις της Ουάσινγκτον με άλλες περιφερειακές δυνάμεις.
Αν οι ΗΠΑ κρίνουν ότι η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 εξυπηρετεί τα ευρύτερα συμφέροντά τους, το Ισραήλ θα δυσκολευτεί πλέον να την αποτρέψει. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στον προνομιακό και τον συμβατικό σύμμαχο: ο πρώτος συνδιαμορφώνει τη στρατηγική μιας μεγάλης δύναμης, ενώ ο δεύτερος προσαρμόζεται σε αυτήν.
*Μηχανικός ορυκτών πόρων, γεωπολιτικός αναλυτής