Η κυβέρνηση εισέρχεται στο πιο κρίσιμο διάστημα της θητείας της, με όλα τα σημάδια να δείχνουν ότι η φθορά όχι μόνο δεν ανακόπτεται, αλλά επιταχύνεται. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις καταγράφουν την υποχώρηση του «κεντρώου» -με βάση όσα είπε και ο ίδιος το βράδυ της Πέμπτης σε εκδήλωση της Endeavor Greece- Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος κομπορρημονούσε ότι «μπορεί κανείς να κερδίσει εκλογές ακολουθώντας μια μετριοπαθή, κεντρώα πολιτική, μπορεί να νικήσει τους λαϊκιστές υλοποιώντας τις υποσχέσεις του», σε επίπεδα κάτω από το 20% όσον αφορά την πρόθεση ψήφου, με πιο χαρακτηριστική τη μέτρηση που είδε το φως της δημοσιότητας για τον νομό Αχαΐας.
Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και σε άλλες περιοχές ανά τη χώρα, ιδιαίτερα στη βόρεια Ελλάδα, όπου τα ποσοστά εμφανίζονται ακόμη χαμηλότερα. Την ίδια στιγμή, η δυναμική που αναπτύσσεται στα δεξιά της Ν.Δ., με επίκεντρο τον Αντώνη Σαμαρά, προκαλεί έντονο προβληματισμό, στα όρια του πανικού, στο Μέγαρο Μαξίμου, καθώς το υπό ανακοίνωση κόμμα του πρώην πρωθυπουργού καταγράφει ήδη ανοδική τάση με διψήφια ποσοστά. Ετσι, ουσιαστικά για πρώτη φορά μετά το 2019 η κυβερνητική κυριαρχία αμφισβητείται ταυτόχρονα από την κοινωνία και από τον ίδιο τον πολιτικό της χώρο.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι μεθοδεύσεις που εκδηλώθηκαν τις τελευταίες ημέρες, με αιχμή τον -από πολιτικής και εσωκομματικής πλευράς- «μηδίσαντα» πρόεδρο της Βουλής, Νικήτα Κακλαμάνη, προκειμένου, μέσω της σκόπιμης «προαναγγελίας» εκλογών «τον Σεπτέμβριο», να εξωθηθεί ο κ. Σαμαράς σε βεβιασμένες κινήσεις όσον αφορά την επίσημη ανακοίνωση του κόμματός του. Οσοι γνωρίζουν το «γαλάζιο DNA» επισημαίνουν, μάλιστα, πως τα πρόσφατα ξεσπάσματα αλαζονείας του πρωθυπουργού, που θυμίζουν περισσότερο ξεπεσμένο γόνο παρά ηγέτη παράταξης, πριμοδοτούν αντί να αποδυναμώνουν τον Αντώνη Σαμαρά. Και όσο ο ίδιος αποφεύγει τα λάθη τόσο περισσότερο ενισχύεται. Ολοι, άλλωστε, γνωρίζουν πως ο Μεσσήνιος διαθέτει και μηχανισμό, και πολιτικό εκτόπισμα, και την οξυδέρκεια να πλήξει τον Κυριάκο
Μητσοτάκη, εκεί όπου πραγματικά πονά.
Καθοριστικό ρόλο στην περαιτέρω ραγδαία επιδείνωση του κλίματος διαδραματίζει το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Η επιλογή του πρωθυπουργού να απαντήσει στις αποκαλύψεις με επιθετική ρητορική, κάνοντας λόγο ακόμη και για «διασυρμό έντιμων πολιτικών», προκάλεσε νέο κύμα αντιδράσεων. Αντί να επιχειρήσει μια πειστική πολιτική απολογία, η κυβέρνηση επιλέγει τη σύγκρουση, ενισχύοντας την εικόνα αλαζονείας και επιτείνοντας την κρίση αξιοπιστίας της. Το απύθμενο πρωθυπουργικό θράσος για τον ΟΠΕΚΕΠΕ τον βυθίζει ακόμη περισσότερο στον ηθικό βούρκο και κορυφώνει την οργή των πολιτών, όσο κι αν επιφανειακά η κατάσταση επιχειρείται να εμφανιστεί ως «διαχειρίσιμη».
Την ίδια ώρα, οι παραπομπές των τεσσάρων «γαλάζιων» βουλευτών δημιουργούν νέα δεδομένα στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας και περιπλέκουν κάθε σχεδιασμό για τον χρόνο των επόμενων εκλογών, καθώς όσο διαρκεί αυτή η εκκρεμότητα δεν μπορεί να γίνει σοβαρή συζήτηση για προσφυγή στις κάλπες. Στην αντιπολίτευση κάνουν λόγο για οργανωμένη επιχείρηση συγκάλυψης, ενώ οι κυβερνητικές επιλογές ερμηνεύονται ως προσπάθεια περιορισμού των πολιτικών και ποινικών συνεπειών της υπόθεσης. Στο πλαίσιο αυτό -και με βάση επίσης τις δηλώσεις υπουργών που ουσιαστικά προεξοφλούν τη δικαστική απόφαση, παρεμβαίνοντας ωμά στη Δικαιοσύνη- εκφράζονται βάσιμοι φόβοι ότι θα μεθοδευτεί η «αθώωση» των τεσσάρων «γαλάζιων» βουλευτών, προκειμένου να ολοκληρωθεί η ουσιαστική συγκάλυψη της υπόθεσης κάτω από ένα σαθρό επικοινωνιακό πέπλο, εν όψει των εκλογών.
Πίσω από τους καθημερινούς επικοινωνιακούς ελιγμούς διακρίνεται και μια βαθύτερη αγωνία. Στο κυβερνητικό στρατόπεδο γνωρίζουν ότι η απώλεια της εξουσίας δεν θα σηματοδοτήσει μόνο μια πολιτική ήττα, αλλά ενδέχεται να ανοίξει τον δρόμο για δικαστικές εξελίξεις που μέχρι σήμερα παρέμεναν πολιτικά διαχειρίσιμες. Η προοπτική ενός Ειδικού Δικαστηρίου, με κατηγορούμενο τον Κυριάκο Μητσοτάκη χωρίς πλέον την πρωθυπουργική «ασπίδα», επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το ήδη βαρύ πολιτικό κλίμα.
Η πραγματικότητα είναι πως εδώ και καιρό ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει μετατραπεί σε βαρίδι για την ίδια του την κυβέρνηση. Αν κάποτε για ορισμένους εντός της «γαλάζιας» παράταξης αποτελούσε πολιτικό «asset» λόγω της μεθοδικότητάς του και της ικανότητάς του να ακούει, πλέον, εξαιτίας της αλαζονείας της εξουσίας, λειτουργεί ως παράγοντας επιτάχυνσης της φθοράς. Ανθρωποι από την Κοινοβουλευτική Ομάδα επισημαίνουν με νόημα πως ο πρωθυπουργός αρνείται πλέον να δει τα πραγματικά δεδομένα και να αντιληφθεί τη δυναμική που έχει διαμορφωθεί στην κοινωνία. «Είναι συνειδητή επιλογή να απομακρύνει από κοντά του όποιον αμφισβητεί τη γραμμή ή θέτει ερωτήματα για την εφαρμοζόμενη στρατηγική» ανέφερε χαρακτηριστικά «γαλάζιος» βουλευτής, επισημαίνοντας αυτό που πλέον πολλοί διαπιστώνουν: την απουσία στρατηγικής σκέψης
στο Μέγαρο Μαξίμου.
Η τοξική προεκλογική περίοδος και η «μαύρη προπαγάνδα»
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον η στρατηγική του Μεγάρου Μαξίμου δείχνει να έχει εξαντλήσει τα όριά της και να βρίσκεται σε πλήρες αδιέξοδο. Η αλλαγή ατζέντας δεν αποδίδει, οι κοινωνικές αντιδράσεις εντείνονται και οι διαρροές προς τα δεξιά αποκτούν
πλέον μόνιμα χαρακτηριστικά, αλλάζοντας ριζικά τους πολιτικούς συσχετισμούς. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης βρίσκεται αντιμέτωπος όχι μόνο με τη φυσιολογική φθορά της εξουσίας, αλλά και με μια συνολική κρίση πολιτικής και ηθικής αξιοπιστίας, η οποία μετατρέπει τον μέχρι πρότινος απόλυτο κυρίαρχο του πολιτικού σκηνικού σε πρωθυπουργό εγκλωβισμένο στα αδιέξοδα των δικών του επιλογών. Εκτός από τον δημοσκοπικό κατήφορο που έχει πάρει, κινείται πλέον χωρίς φρένα στον ολισθηρό δρόμο
της θεσμικής, πολιτικής και ηθικής κατάπτωσης.
Κάπως έτσι, η Νέα Δημοκρατία ετοιμάζεται να μπει στην τελική ευθεία προς τις εκλογές χωρίς προοπτική και χωρίς ελπίδα, με το πολιτικό μέλλον του Κυριάκου Μητσοτάκη να καθίσταται ολοένα και πιο αβέβαιο και την τοξικότητα να μετατρέπεται, με δική του
ευθύνη, σε καθημερινότητα της πολιτικής ζωής του τόπου. Ολοι στη Νέα Δημοκρατία συγκλίνουν πλέον σε ένα συμπέρασμα: ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα επιχειρήσει να παίξει όλα τα εναπομείναντα χαρτιά του προκειμένου να παραμείνει στην εξουσία. Τα
«γαλάζια» στελέχη γνωρίζουν ήδη πολύ καλά πως θα βρεθούν αντιμέτωπα με μια εξαιρετικά τοξική προεκλογική ατζέντα, η οποία θα στηρίζεται και στη μαύρη προπαγάνδα.