Τις νέες πρωτοβουλίες της κυβέρνησης για την αναχαίτιση της ενεργειακής κρίσης θα εξαγγείλει απόψε στις 18:00 ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης σε συνέντευξη που θα παραχωρήσει στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων της ΕΡΤ. Την είδηση επιβεβαίωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, κατά τη διάρκεια της ενημέρωσης των πολιτικών συντακτών.
Ενόψει των εξαγγελιών, ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης κλήθηκε να απαντήσει σε τρία βασικά ερωτήματα. Το περιεχόμενο των μέτρων που αναμένονται, τον χρόνο της ανακοίνωσής τους, αλλά και το κατά πόσο σχεδιάζονται παράλληλες κινήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Ο κ. Μαρινάκης απέφυγε να προαναγγείλει οποιαδήποτε λεπτομέρεια, καλώντας ωστόσο δημοσιογράφους και κοινή γνώμη να επιδείξουν λίγη υπομονή έως το βράδυ. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, πρόκειται για σημαντική συνέντευξη, της οποίας ο κεντρικός άξονας θα είναι ακριβώς τα ζητήματα που τέθηκαν από τους πολιτικούς συντάκτες.
Όλα τα στοιχεία αναμένεται να γίνουν γνωστά στις 18:00, από το κεντρικό δελτίο της δημόσιας τηλεόρασης.
Ωστόσο, ο δημοσιονομικός χώρος για παρεμβάσεις είναι περιορισμένος, περί τα 150-200 εκατομμύρια ευρώ από το υπερπλεόνασμα του 2025, σύμφωνα με πληροφορίες. Με αυτά τα δεδομένα, βασική επιδίωξη της κυβέρνησης είναι η ρήτρα διαφυγής για την ενέργεια, ένα αίτημα που έχει ήδη κατατεθεί στην Κομισιόν από τον υπουργό Οικονομικών και πρόεδρο του Eurogroup, Κυριάκο Πιερρακάκη.
Η ρήτρα διαφυγής είναι ένας μηχανισμός των δημοσιονομικών κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που επιτρέπει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και κατόπιν έγκρισης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, την εξαίρεση ορισμένων δημόσιων δαπανών από τα ευρωπαϊκά δημοσιονομικά όρια.
Εν προκειμένω, η Ελλάδα ζητά – για την ίδια αλλά και για όλη την ΕΕ – να επεκταθεί η υφιστάμενη ρήτρα διαφυγής, η οποία είχε ήδη διευρυνθεί για να καλύπτει αμυντικές δαπάνες, και στον τομέα της ενέργειας, ώστε να περιλαμβάνει και επενδύσεις για την ενεργειακή ανθεκτικότητα. Εάν το αίτημα εγκριθεί, η κυβέρνηση θα έχει μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία για παρεμβάσεις στον τομέα της ενέργειας, καθώς οι δαπάνες δεν θα υπολογίζονται στο ανώτατο όριο δαπανών που προβλέπουν οι δημοσιονομικοί κανόνες της ΕΕ.
Σημειώνεται πάντως πως οι εν λόγω δαπάνες δεν παύουν να επιβαρύνουν το πρωτογενές αποτέλεσμα και το δημόσιο χρέος, αλλά αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο, στο πλαίσιο εφαρμογής των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων.