Η νέα έκδοση του εμβληματικού μυθιστορήματος «Το έγκλημα και η τιμωρία» του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, σε μετάφραση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που παρουσιάζουν οι εκδόσεις Historia, δεν συνιστά απλώς μια ακόμη επανέκδοση κλασικού έργου, αλλά την αποκατάσταση ενός κεφαλαίου της νεοελληνικής φιλολογικής Ιστορίας.
- Από την Γιώτα Βαζούρα
Πρόκειται για ένα μεταφραστικό επίτευγμα με ιδιάζουσα σημασία, καθώς ενσαρκώνει μια σπάνια συνάντηση δύο μεγάλων μορφών της ευρωπαϊκής πεζογραφίας, σε μια στιγμή κατά την οποία τα ελληνικά γράμματα αναζητούσαν νέους ορίζοντες πνευματικής συνομιλίας. Η παπαδιαμαντική μετάφραση, όπως προκύπτει και από τα σωζόμενα δημοσιεύματα της εποχής, δημοσιεύτηκε σε 106 συνέχειες στην «Εφημερίδα» από τον Απρίλιο έως τον Αύγουστο του 1889.
Το εγχείρημα υπήρξε εντυπωσιακό όχι μόνο ως προς την έκταση -ένα μυθιστόρημα άνω των 170.000 λέξεων- αλλά και ως προς τη φιλολογική του τόλμη: ο Παπαδιαμάντης μετέφερε το έργο όχι από τα ρωσικά αλλά από τη γαλλική μετάφραση του Victor Derély, κατορθώνοντας ωστόσο να αποδώσει με εξαιρετική ακρίβεια το ψυχολογικό βάθος και τη δραματική ένταση του πρωτοτύπου.
Το κλασικό αριστούργημα του Ντοστογιέφσκι, με επίκεντρο τον φοιτητή Ρασκόλνικοφ, παραμένει ένα από τα πλέον διεισδυτικά έργα ψυχολογικής ανάλυσης. Η ιδέα της υπέρβασης του ηθικού και νομικού νόμου, η δοκιμασία της συνείδησης και η βασανιστική πορεία από το έγκλημα στην παραδοχή και τη λύτρωση συνθέτουν έναν στοχασμό που ξεπερνά το ιστορικό του πλαίσιο. Ο Ντοστογιέφσκι δεν ενδιαφέρεται για το έγκλημα καθαυτό, αλλά για τις εσωτερικές του συνέπειες: για τη διάλυση της προσωπικότητας, την απομόνωση και τη σταδιακή επαναφορά στην ανθρώπινη κοινότητα μέσω του πόνου.
Ηδη από την πρώτη ελληνική του εμφάνιση το «Εγκλημα και η τιμωρία» είχε προκαλέσει έντονο προβληματισμό. Ο Εμμανουήλ Ροΐδης, στον προλογικό του σχολιασμό, είχε επισημάνει ότι ο Ντοστογιέφσκι «ἀφαιρεῖ αὐτὸ τὸ δέρμα» και φέρνει τον αναγνώστη αντιμέτωπο με τα «σπλάγχνα τῆς ψυχῆς».
Η παρατήρηση αυτή φωτίζει και σήμερα τον πυρήνα του μυθιστορήματος: «Το “Εγκλημα και η τιμωρία” δεν είναι μια αφήγηση περί εγκλήματος, αλλά μια αδυσώπητη κατάβαση στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Η μετάφραση αυτή του Παπαδιαμάντη παρέμεινε ανώνυμη και σχεδόν λησμονημένη για δεκαετίες, έως την πρώτη βιβλιακή της έκδοση το 1992. Χρειάστηκε να περάσει ένας ολόκληρος αιώνας για να εκδοθεί η μετάφραση σε βιβλίο, από τις εκδόσεις Ιδεόγραμμα, μια έκδοση που ανέδειξε οριστικά την πατρότητα του Παπαδιαμάντη και τη φιλολογική της αξία.

Η νέα αυτή έκδοση των εκδόσεων Historia, σε φιλολογική επιμέλεια του Κωνσταντίνου Κούκουνα, συνοδεύεται εύστοχα από το κείμενο του Ροΐδη, το οποίο λειτουργεί ως ιστορικός και ερμηνευτικός οδηγός. Ο Ροΐδης είχε εντοπίσει με οξυδέρκεια τον κεντρικό άξονα του μυθιστορήματος, όταν έγραφε ότι «ἡ ἠθικὴ αὐτοῦ ἀξία ἔγκειται πρῶτον εἰς τοῦτο, ὅτι τὴν τιμωρίαν ἐπεδίωξεν αὐτὸς τὸ ἔγκλημα». Η τιμωρία προηγείται εσωτερικά της δικαστικής απόφασης, γεννιέται από την αδυναμία του ήρωα να αντέξει την υποκρισία και το ψεύδος, «οὐ μόνον ἐκ τῆς τύψεως τοῦ συνειδότος, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἀηδίας» προς αυτά.
Αλλωστε, η αξία του έργου δεν έγκειται στο αστυνομικό του περίβλημα, αλλά στη βαθιά υπαρξιακή του στόχευση. Οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι, όπως υπογράμμιζε ο Ροΐδης, «δὲν εἶναι κακοὶ ἄνθρωποι, ἀλλὰ “δαιμονισμένοι”». Πρόκειται για πρόσωπα παγιδευμένα σε ιδέες, κοινωνικές πιέσεις και εσωτερικές αντιφάσεις, που τα ωθούν αναπόφευκτα προς την αυτοκαταστροφή. Το έγκλημα, στο πλαίσιο αυτό, δεν αποτελεί κορύφωση, αλλά αφετηρία.
Το «Εγκλημα και η τιμωρία» του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, από τις εκδόσεις Historia, επιστρέφει στο αναγνωστικό προσκήνιο όχι ως μνημείο ενός κλειστού παρελθόντος, αλλά ως ζωντανό και ενεργό κείμενο και μας υπενθυμίζει έτσι ότι η λογοτεχνία εξακολουθεί να λειτουργεί ως φορέας μνήμης και στοχασμού, αλλά και ως εμπειρία ανάγνωσης που διατηρεί ακέραιη την επικαιρότητά της.


