Την ώρα που ο «πολύπλαγκτος» και ταυτοχρόνως ο «αποτμότατος θνητών», ο περιπλανώμενος ατυχέστατος παραδέχεται πως η νίκη στην Τροία -αποτέλεσμα του πολυμήχανου νου του- σε έναν «θρασύ πόλεμο» ήταν επί της ουσίας μια πελώρια ήττα, τότε ο Ομηρος συναντά τον Σοφοκλή. «Κοὐδὲν ἀνθρώπου δεινότερον πέλει» λέει ο τραγικός στην «Αντιγόνη».
- Κατέ Καζάντη
Και μέσω αυτών, ο αρχαιοελληνικός υπαρξισμός, όπως επιβίωσε στους αιώνες που χωρίζουν την ομηρική από την κλασική εποχή, μεταφέρει το δίπολο νίκη – θάνατος στο σήμερα. Και μετατρέπει τον Οδυσσέα σε έναν υπερεθνικό ήρωα που κρίνεται όχι με βάση την εθνική του ταυτότητα (Αχαιός), αλλά με όρους ηθικής. Την οποία καθορίζει η ωριμότητα, στοιχείο που αντιδιαστέλλεται με το «νηπίοισιν», αυτό που καθιστά τους συντρόφους του παρορμητικούς και ευεπίφορους σε όσα αντιβαίνουν τις προσταγές των θεών και της φύσης.
«…Νήπιοι, οι κατὰ βους Υπερίονος Ηελίοιο
ήσθιον· αυτὰρ ο τοίσιν αφείλετο νόστιμον ήμαρ…»:
Σα φάγαμε καλά, πέσαμε εδώ στα χαμηλά ανίδεοι και χορτάτοι, ερμηνεύει ο Σεφέρης. Με την «κακοκεφαλιά» χάθηκε για πάντα η ευτυχία του γυρισμού, παραδομένη στην πρόσκαιρη ευωχία.
Τούτη η κακοκεφαλιά, ως ιδιοσυστατικό της ανθρώπινης διάνοιας που πριμοδοτεί το εφήμερο, μοιάζει περίπου ίδια με εκείνην του Αγαμέμνονα: η θεοποίηση της προσωπικής ισχύος, που τον έκανε να θυσιάσει μέχρι και την κόρη του και να σύρει τον λαό σε έναν αδυσώπητο πόλεμο, γυρίζει μπούμερανγκ, αφού σκοτώνεται από το χέρι της γυναίκας του, που δεν του συγχώρεσε την ύβρι.
Στη σύγχρονη, μετα-νεωτερική, εποχή, η ανθρωπότητα μοιάζει να έχει προχωρήσει ελάχιστα: η σχέση των έλλογων όντων μ’ εκείνον τον στοχασμό που εκφεύγει του ορίου της προσωρινότητας και τολμά να σκεφτεί την επόμενη μέρα λείπει, όπως έλειψε και από τους συντρόφους του Οδυσσέα: η νηπιότητα παραμένει χαρακτηριστικό όλων εκείνων που δεν βλέπουν, επί παραδείγματι, την κλιματική αλλαγή, εκείνων που συνεχίζουν να επιδίδονται σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους ή εκείνων που θεωρούν πως η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο θα συνεχίζεται επ’ αόριστον και «αναιμωτί».
Σήμερα η κινηματογραφική μετεγγραφή της «Οδύσσειας», διά της σκηνοθετικής χειρός Κρίστοφερ Νόλαν, επανατοποθετεί ολόκληρο τον δυτικό πολιτισμό απέναντι ενός έπους που περιέγραψε τη διαχρονικότητα του ιμπεριαλισμού και των δεινών του: καταστροφές, εξολοθρεύσεις λαών και πολιτισμών, ποτάμια αίματος για «μιαν Ελένη», εμπόρευμα που καταντά πουκάμισο αδειανό μπροστά στις ζωές που κοστίζει.
«Παραβίασα κάθε ιερό» λέει ο Οδυσσέας του Νόλαν και «τα όρια του πόνου» μαζί. Ενας τσακισμένος άνθρωπος, ένας αντιήρωας, εγκαταλείπει πλέον την οξύνοια του «πολυμήχανου», η οποία κατασκευάζει δούρειους ίππους για τους Τρώες. Και αντιμετωπίζει την εξυπνάδα του ως τον κατεξοχήν δούρειο ίππο εντός του οποίου παραμόνευαν τα κατοπινά δεινά.
Ακόμα και η -συνειδητή- παράλειψη του διαλόγου με τον Πολύφημο, που ρωτά να μάθει ποιος είναι ο Οδυσσέας, για να λάβει την απάντηση «Ούτις», δηλαδή «Ο Κανένας», σε τούτο συνηγορεί: εδώ, ως αντιήρωας, δεν επενδύει στο μυαλό του. Ο Κύκλωπας δεν θα εξαπατηθεί, δεν θα λοιδορηθεί. Αν «το έπος του Οδυσσέα είναι και το έπος του δόλου» και «η Οδύσσεια, μεταξύ άλλων, εικονογραφεί και την αυγή της απάτης ως προσδιοριστικού παράγοντα της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της ιστορίας» ( Μ.Γ. Μερακλής), ο «ουτιδανός Ούτις», τώρα, δεν υπάρχει. Ο πολυμήχανος γίνεται εναγώνιος: ξεφεύγει, χωρίς δόλο, αλλά με κόπο, με τους εναπομείναντες συντρόφους, αφήνοντας πίσω, συλλογικά, έναν παλαιό, μη συλλογικό, πρωτόγονο κόσμο.
Τη θέση της οξυδέρκειας λαμβάνει η βαθύνοια, ο αναστοχασμός: «Ζούσαμε σε έναν κόσμο του πλούτου και του εμπορίου» συνεχίζει ο Οδυσσέας. Η ιδεολογία του κέρδους και οι νεκροί που διαρκώς παράγει, για να στολίζονται τα παλάτια με τα λάφυρα των πολέμων, τίθεται υπό αμφισβήτηση. Ετσι, η πραγμοποιημένη και ταπεινωμένη Ελένη αντιμετωπίζεται ως πρόσχημα για να εμπεδωθούν εξουσιολαγνείες και εγωισμοί.
Εδώ, το ανδρικό στοιχείο τοποθετείται, και ταυτίζεται, με την απαρχή της εκμετάλλευσης: Η κακότητα του Αγαμέμνονα, ο οποίος παρουσιάζεται ως σύμβολο αυταρχισμού δίχως καν να φαίνεται το πρόσωπό του, και τα λόγια της Κίρκης «γυρίστε πίσω στη μεταμφίεσή σας» την ώρα που επαναφέρει τους συντρόφους του Οδυσσέα, από γουρούνια, στην ανθρώπινη μορφή, θεωρώντας ξεκάθαρα πως οι άνδρες είναι μεταμφιεσμένα ζώα, αποτελούν δυο χαρακτηριστικές, με βαθύ συμβολισμό, στιγμές.
Η παραβίαση των αρχών του Ξενίου Διός, βασικό αίτιο που χάνουν οι πολιτισμοί την ανθρωπιά τους, η αναφορά στους «λαούς της θάλασσας», είναι επίσης μια ευθεία επίκριση στην ξενοφοβική-αντιμεταναστευτική πολιτική της Δύσης. Ο ίδιος ο Οδυσσέας εξάλλου είναι ένας περιφερόμενος κουρελής. Ενας μετανάστης που εκλιπαρεί. Ως τέτοιος φτάνει και στην πατρίδα του.
Επιπλέον, ο ελιτισμός της κλασικής αρχαιότητας εμποτίζεται με την τομή του κοινωνικού χριστιανισμού: το παύλειο «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Ελλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ· πάντες γαρ υμείς εις έστε» (Προς Γαλάτας) είναι εδώ, στη μορφή της μαύρης Ελένης, στη μιγάδα Αθηνά, στο διεθνιστικό πλήρωμα. Και στην έννοια της ταπεινότητας, αφού πια ο Οδυσσέας μαθαίνει να βλέπει τον κόσμο από την πλευρά των ταπεινών, των ηττημένων και των νεκρών. Και να γίνεται η φωνή εκείνων που δεν έχουν φωνή.
Η σκληρή πλευρά του πολέμου, τα πανικόβλητα πρόσωπα των στρατιωτών εντός του ευφυούς, πλην δολοφονικού, τεχνάσματος του Δούρειου Ιππου, ο γενικευμένος τρόμος των ανθρώπων της βάσης, θύματα της εξουσίας των ηγετών, αποτελεί, συν τοις άλλοις, σπουδή στον καπιταλιστικό κόσμο. Ο οποίος σπαράσσεται, ως συνήθως, από συρράξεις. Στην Αμερική του Τραμπ, στο Ισραήλ του Νετανιάχου, στην τραγωδία της Μέσης Ανατολής και στις συντελούμενες γενοκτονίες, η σιωπηλή, αντιιμπεριαλιστική, κραυγή της «Οδύσσειας» του Κρίστοφερ Νόλαν γίνεται εκκωφαντική. Κι επειδή, όπως παραδέχεται ο Οδυσσέας, «τα λάθη μας θα ξεχαστούν άλλη μια φορά», καλεί ταυτόχρονα σε εγρήγορση.
Διότι έτσι γίνεται με τα αριστουργήματα του ανθρώπινου πνεύματος: ως κοινό κτήμα της ανθρωπότητας, βρίσκουν τη θέση τους σε κάθε εποχή, σε κάθε πολιτισμό στην ακμή ή στην παρακμή του. Και η συμβολή της ταινίας Νόλαν για έναν αναστοχασμό του σύγχρονου κόσμου, βασισμένο στα ομηρικά έπη, κρίνεται σημαντική.
