Νερό παντού. Αυτή είναι η κεντρική ιδέα της μελέτης για τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου που κατατέθηκε προχθές στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, αποσπώντας εκτός από τα θετικά σχόλια και το ομόφωνο «ναι» των μελών.
Ρυάκια, ανοιχτές δεξαμενές αλλά και σύνθετα υδάτινα τοπία πρόκειται να αποκτήσει το Βυζαντινό Μουσείο σε μια μοναδική διαδρομή (μέρος κάποτε του παριλίσιου τοπίου) που θα θυμίζει επίγειο παράδεισο. Το νερό, άλλωστε, που υπήρξε και βασικό γνώρισμα σχεδόν όλων των βυζαντινών κήπων αναψυχής, δημιουργούσε παραδεισένιους συνειρμούς στους προγόνους μας.
«Ο περιβάλλων χώρος του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου, παρά τις εργασίες που έχουν γίνει, απέχει ενός δημόσιου κήπου ανοιχτού στους Αθηναίους, έτσι όπως θα έπρεπε να είναι» τόνισε κατά την πρόσφατη συνεδρίαση του ΚΑΣ η γενική γραμματέας του υπουργείου Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, υποστηρίζοντας ότι αυτό το σημείο μαζί με τον σχεδόν έτοιμο αρχαιολογικό χώρο του Λυκείου στη Ρηγίλλης θα αποτελέσουν μια ιδανική πρόταση για βόλτα στην πρωτεύουσα.
«Σκοπός του έργου είναι να αποδοθεί στο κοινό ένας χώρος καταπράσινος, φιλόξενος και λειτουργικός, που θα ενσωματώνει στοιχεία από τη διαχρονικότητα του τόπου και του τοπίου» υποστήριξε η διευθύντρια του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου Αναστασία Λαζαρίδου, η οποία έχει αναλάβει και την επιστημονική επιμέλεια της μελέτης. Μάλιστα, στόχος των ειδικών είναι να αναδείξουν τον περιβάλλοντα χώρο του πολιτιστικού ιδρύματος αλλά και να τον μετατρέψουν σε τόπο περιπάτου για όλη την Αθήνα, αυξάνοντας ταυτόχρονα και την επισκεψιμότητα στο σημείο.
Η έμφαση στη διαμόρφωση του εξωτερικού μουσειακού χώρου, συνολικής έκτασης 20 στρεμμάτων, έχει δοθεί φυσικά στο υδάτινο στοιχείο. Αλλωστε, η κοίτη του ποταμού Ιλισού βρισκόταν κάτω από τη σημερινή Βασιλέως Κωνσταντίνου δημιουργώντας ένα ειδυλλιακό σκηνικό που για τους Βυζαντινούς θύμιζε τον παράδεισο. Δεν είναι τυχαίο δε ότι το εξαιρετικής ομορφιάς μέρος έχει αποτυπωθεί πολλάκις σε γκραβούρες περασμένων αιώνων.
Ο πρώην ποταμός
Η αφετηρία της υδάτινης διαδρομής θα είναι μια φρεατοδεξαμενή, η οποία χτίστηκε επί τουρκοκρατίας και συνδεόταν, σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, με το Πεισιστράτειο και Αδριάνειο Υδραγωγείο.
Χωρισμένη σε δύο τμήματα και εμπλουτισμένη με εποπτικό υλικό, ενημερωτικές πινακίδες, πέργκολες, ενδημική βλάστηση και οργανωμένες στάσεις ανάπαυλας, η διαδρομή θα θυμίζει στους επισκέπτες ότι εκεί υπήρξε κάποτε ένας από τους μεγαλύτερους ποταμούς της πόλης.
«Καταστρέψαμε τον Ιλισό, πουθενά δεν φαίνεται σήμερα» επεσήμανε η κυρία Λίνα Μενδώνη. «Το γεγονός ότι σε αυτόν τον χώρο θα υπενθυμίζεται ο ποταμός και η σημασία του μόνο προστιθέμενη αξία μπορεί να δώσει στο Μουσείο, στην περιοχή αλλά και την ίδια την πόλη» συνέχισε.
Η πρόσβαση σε αυτόν τον νέο χώρο θα γίνεται από δύο εισόδους. Η πρώτη θα δημιουργηθεί στη Βασιλέως Κωνσταντίνου και θα αφορά την υποδοχή των τουριστικών λεωφορείων, ενώ η δεύτερη -που ήδη υπάρχει- βρίσκεται στην πλατεία Μελά (σε απόσταση αναπνοής από το Σαρόγλειο Μέγαρο) και θα εξυπηρετεί τόσο το Λύκειο όσο και τον κήπο.
Χαρακτηριστικό είναι ακόμη ότι μέσα σε αυτόν τον επίγειο παράδεισο θα βρίσκονται και αρχαία κατάλοιπα, όπως μαρμάρινα γλυπτά αλλά και παλαιοχριστιανικοί τάφοι. Οσο για το πότε θα ανοίξει τις πύλες της η πολυαναμενόμενη Παλαίστρα του Λυκείου, εκεί όπου πριν από χιλιάδες χρόνια δίδασκε ο Αριστοτέλης την περιπατητική του μέθοδο; Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, αυτό αναμένεται να γίνει στις αρχές Ιουνίου.
Γιώτα Βαζούρα


