Ιντριγκες και έντονο παρασκήνιο επικρατούν πίσω από τις κλειστές πόρτες του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ). Του οργανισμού που στήθηκε ελέω τρόικας προκειμένου να διαχειριστεί το κολοσσιαίο ποσό των 50 δισ. ευρώ, που προορίζεται για τη σωτηρία των ελληνικών τραπεζών. Με «ξένα κόλλυβα», στην κυριολεξία, η διορισμένη διοίκηση του Ταμείου, η κυβέρνηση και οι τραπεζίτες επιδιώκουν, ο καθένας για λογαριασμό του, να προωθήσουν τις θέσεις τους, οι οποίες ωστόσο δεν ταυτίζονται πάντα με το γενικό συμφέρον.
Κεντρικό πρόσωπο στο δράμα η διευθύνουσα σύμβουλος του Ταμείου Αναστασία Σακελλαρίου, η οποία εισέβαλε θεαματικά και, σύμφωνα με τους άσπονδους φίλους της, από το πουθενά στην κεντρική οικονομική και πολιτική σκηνή του τόπου.
Η διαδικασία επιλογής της για τη συγκεκριμένη θέση (που κατείχε έως τότε ο πρώην υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Παν. Θωμόπουλος) σε συνδυασμό με τον γαλαντόμο μισθό των 200.000 ευρώ είχαν ως αποτέλεσμα να προκαλέσουν από πολύ νωρίς το περί δικαίου αίσθημα. Η πρόσφατη παραίτηση του Νο2 στην ιεραρχία του Ταμείου, του κ. Μάριου Κολιόπουλου, ενίσχυσε τη θέση εκείνων που καταλογίζουν ανεπάρκεια στην κυρία Σακελλαρίου, υποστηρίζοντας ταυτοχρόνως ότι «κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο του ΤΧΣ».
Πιάνοντας από την αρχή το νήμα των τελευταίων γεγονότων, και ο πλέον καλόπιστος παρατηρητής αντιλαμβάνεται ότι η αποκαλούμενη «σιδηρά κυρία» του ΤΧΣ εμφανίστηκε σαν κομήτης. Επειτα από σύντομη θητεία στο εξωτερικό, στην Credit Suisse, η κυρία Σακελαρίου επιστρέφει στην Ελλάδα όπου αναλαμβάνει υψηλότατη θέση. Σύμβουλος διοίκησης του προέδρου της Τράπεζας Πειραιώς κ. Μιχ. Σάλλα. Πρώην συνάδελφοί της στην Πειραιώς εξεπλάγησαν από την επιλογή καθώς, όπως θυμούνται, τόσο η παρουσία της μέσα στην τράπεζα όσο και οι επιδόσεις της σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την επιλογή της εν είδει ανατέλλοντος αστέρος. Το διαζύγιό της με την Πειραιώς, που ακολούθησε, αποδεικνύει ότι οι υψηλές προσδοκίες διαψεύστηκαν συντόμως. Παρά ταύτα δεν στάθηκε ικανό να ανακόψει την πορεία της. Ετσι, μετά την Πειραιώς η κυρία Σακελλαρίου τοποθετήθηκε σε επίσης υψηλό πόστο, στο ελεγχόμενο από το Δημόσιο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο.
Η επιλογή της για την ηγεσία του ΤΧΣ που ακολούθησε θεωρητικά θα έπρεπε να πληροί τις αυστηρές αξιοκρατικές προδιαγραφές που υποτίθεται ότι επιδιώκει να επιβάλλει η τρόικα στον δημόσιο βίο της χώρας. Παρά ταύτα λίγοι γνωρίζουν ότι ο διαγωνισμός για την επιλογή της διοίκησης του ΤΧΣ στήθηκε στα γνωστά… βαλκανικά πρότυπα. Τα βιογραφικά των υποψηφίων αξιολογήθηκαν από μία επιτροπή στην οποία μετείχαν κυρίως διορισμένοι εκπρόσωποι του υπουργείου Οικονομικών και της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ). Η τρόικα στη φάση αυτή ήταν απλός παρατηρητής και κλήθηκε εκ των υστέρων να επικυρώσει την απόφαση της επιτροπής. Μάλιστα, σύμφωνα με πληροφορίες, ο εκπρόσωπος της ΤτΕ στην επιτροπή είχε αντιταχθεί στην επιλογή της κυρίας Σακελλαρίου, για την οποία η απόφαση ελήφθη κατά πλειοψηφία.
Οι εξελίξεις που ακολούθησαν μάλλον επιβεβαιώνουν τις ενστάσεις που διατυπώθηκαν στην, κατά τα λοιπά, αξιοκρατική διαδικασία επιλογής. Βέβαια οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι οι συνθήκες που αντιμετωπίζει ο επικεφαλής του ΤΧΣ είναι ιδιαίτερα πιεστικές και πρωτόγνωρες.
Οι ασκήσεις ισορροπίας τις οποίες οφείλει να κάνει καθημερινά θα δυσκόλευαν ακόμη και πολύ πιο έμπειρα στελέχη, τα οποία έχουν ζυμωθεί με την ελληνική πραγματικότητα. Πόσο μάλλον την κυρία Σακελαρίου, η οποία δεν διέθετε τέτοιου είδους περγαμηνές.
Ετσι, μπορεί μεν η διαδικασία ανακεφαλαιοποίησης να ολοκληρώθηκε με επιτυχία, όμως η ηγεσία του ΤΧΣ δεν κατόρθωσε να προσπεράσει τον σκόπελο της Eurobank. Η κρατικοποίηση της τράπεζας και οι χειρισμοί που ακολούθησαν στη συνέχεια, με επίκεντρο την αλλαγή της διοίκησης στην τράπεζα, αποτέλεσαν τη σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Η κυρία Σακελαρίου θεωρεί ότι δέχεται πόλεμο από την εκδιωχθείσα διοίκηση της Εurobank, την οποία απέρριψε ασυζητητί. Πράγματι, παρά την αντίθετη πρόταση που είχε διατυπώσει η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία υποστήριζε ότι θα έπρεπε η νέα διοίκηση της Eurobank να διατηρεί κάποια συνέχεια με το προγενέστερο σχήμα (πρόταση που εξυπηρετούσε σαφώς τους κ. Νικ. Καραμούζη και Β. Μπαλή), το ΤΧΣ, όταν έφθασε η ώρα της απόφασης, δεν έθεσε καν την πρόταση αυτή προς συζήτηση, αλλά προχώρησε στην αξιολόγηση των νέων υποψηφίων που είχε προτείνει εξειδικευμένη εταιρία συμβούλων, με το σκεπτικό ότι η πρακτική αυτή έχει ακολουθηθεί σε όλες τις τράπεζες στο εξωτερικό που έπεσαν και έξω και διεσώθησαν στη συνέχεια με κρατικά κεφάλαια.
Καταποντίζεται η αξιοπιστία
Ο κίνδυνος να συνθλιβούν, υπό το βάρος των αντικρουόμενων συμφερόντων, η αξιοπιστία του ΤΧΣ αλλά και το κύρος της χώρας είναι ορατός. Η αποχώρηση του κ. Κολιόπουλου, η οποία αποδόθηκε σε νομικές εκκρεμότητες στη θεσμική θωράκιση του ΤΧΣ, επιτείνει το νοσηρό κλίμα. Αποτελεί δε κοινό μυστικό ότι της αποχώρησης αυτής έπονται και άλλες, οι οποίες συνδέονται κυρίως με την ανεπάρκεια που καταλογίζεται στην κυρία Σακελλαρίου. Παράλληλα όμως με το βυζαντινό παρασκήνιο που εξελίσσεται, το ΤΧΣ θα κληθεί σε λίγες ημέρες να λάβει σοβαρές αποφάσεις οι οποίες μπορούν να ανατρέψουν το status quo της τραπεζικής αγοράς. Σε λίγες ημέρες θα πρέπει να ολοκληρωθεί η διαδικασία πώλησης του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου. Ηδη έχει εκφράσει ανοικτά την έντονη επιθυμία της να το αποκτήσει η διοίκηση της Alpha Bank. Ομως ενδιαφέρον μπορεί να εκδηλώσουν τόσο η Εθνική όσο και η Εurobank, για την οποία το Τ.Τ. αποτελεί περίπου σανίδα σωτηρίας.
Η «αμαρτωλή» Proton
Στη λίστα των προς πώληση τραπεζών βρίσκεται και η «αμαρτωλή» Proton Bank μετά την εξυγίανσή της με κεφάλαια του ΤΧΣ. Τα κεφάλαια που έχει διαθέσει το ΤΧΣ για την εξυγίανση των προβληματικών τραπεζών αποτελούν «ευαίσθητο σημείο», που είναι πιθανόν να προκαλέσει τριβές με την τρόικα στην περίπτωση που συνεχίσουν τα «παρατράγουδα» στο εσωτερικό του Ταμείου. Εκτός από τα 25,8 δισ. ευρώ που έχει διαθέσει το ΤΧΣ για να ανακεφαλαιοποιήσει τις τέσσερις συστημικές τράπεζες (Εθνική, Alpha Bank, Πειραιώς και Εurobank), έχει ξοδέψει άλλα περίπου 18 δισ. ευρώ για να κλείσει τις μαύρες τρύπες που είχαν προκαλέσει τα ομόλογα και τα θαλασσοδάνεια στην Αγροτική (περίπου 7 δισ. ευρώ) και στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο (11 δισ. Ευρώ).


