Το μήνυμα ότι ενωμένοι πρέπει να προχωρήσουμε μαζί για την Αμμόχωστο και για την επανένωση της Κύπρου έστειλε χθες ο Πρόεδρος της Κύπρου Νίκος Αναστασιάδης. Είπε ότι η Αμμόχωστος θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ουσιαστικό μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης και μια μεγάλη ευκαιρία δημιουργίας συνθηκών για την επανένωση της Κύπρου.
Μιλώντας κατά τη διάρκεια της αντικατοχικής εκδήλωσης του Δήμου Αμμοχώστου στη Δερύνεια, ο κ. Αναστασιάδης είπε ότι η βούληση της ελληνοκυπριακής πλευράς για λύση του Κυπριακού είναι ισχυρότατη, ενώ η προετοιμασία για τις συνομιλίες συνεχής.
Για να αρχίσουν πάλι, όμως, οι συνομιλίες, είπε ότι θα πρέπει να έχουν διαμορφωθεί οι κατάλληλες συνθήκες για ουσιαστική διαπραγμάτευση που να οδηγήσει σε απτά αποτελέσματα. Είπε ότι προς την κατεύθυνση αυτή υποβλήθηκε η πρόταση για την επιστροφή της Αμμοχώστου, με παράλληλη δυνατότητα χρήσης του λιμανιού της για εξαγωγές προς χώρες της Ε.Ε., ενώ δεν απέκλεισε άλλες κινήσεις, όπως την εφαρμογή του Πρωτοκόλλου της Αγκυρας και το ξεπάγωμα τουρκικών ενταξιακών κεφαλαίων.
Απευθυνόμενος στους Τουρκοκυπρίους, τους κάλεσε να γίνουν συνεργοί στην προσπάθεια για την επανένωση της Κύπρου, ενώ έστειλε μήνυμα και στην Αγκυρα, υπογραμμίζοντας την αποφασιστικότητα της ελληνοκυπριακής πλευράς για οικοδόμηση μιας νέας σχέσης μεταξύ Κύπρου και Τουρκίας.
Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης έκανε ακόμη λόγο για αναγνώριση λαθών και παραλείψεων, την ανάγκη ανασκόπησης της πολιτική και χάραξης της στρατηγικής εκείνης «που θα οδηγήσει τα βήματά μας στη βασιλεύουσα πόλη». Είπε ότι «στις σημερινές συνθήκες οι ομιλίες και οι διακηρύξεις έχουν νόημα όταν εμπεριέχουν και το στοιχείο της αυτογνωσίας και της κριτικής» και πρόσθεσε ότι πρέπει «να συνειδητοποιήσουμε την πραγματικότητα», «να αναγνωρίσουμε τα λάθη μας και, σεβόμενοι την ιστορία μας, να ξεπεράσουμε το παρελθόν μας».
Είναι ιστορικά αποδεδειγμένο ότι «οι εμφύλιες συγκρούσεις οδηγούν σε μείζονες εθνικές καταστροφές» είπε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ανέφερε ότι αποτελεί αδήριτη ανάγκη η απόλυτη προσήλωση όλων στις διαδικασίες εκείνες που προάγουν και στηρίζουν τη νηφάλια πολιτική σκέψη, τον αδογμάτιστο διάλογο, τη διαβουλευτική δημοκρατία.


