Η διέγερση του σημείου του εγκεφάλου που ελέγχει την κίνηση μπορεί να αποκαταστήσει ταχύτερα έναν ασθενή έπειτα από εγκεφαλικό επεισόδιο. Ερευνα έδειξε ότι η διοχέτευση φωτός στον εγκέφαλο πειραματόζωων είχε αποτέλεσμα αυτά να συνέρχονται περισσότερο και γρηγορότερα από εκείνα που δεν υποβάλλονταν σε αυτήν τη θεραπεία.
Τα συμπεράσματα που δημοσιεύτηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση «Proceedings of the National Academy of Science», εκτιμάται ότι θα βοηθήσουν στην ερμηνεία του τρόπου με τον οποίο ο εγκέφαλος αποκαθίσταται και τελικά θα οδηγήσουν σε νέες θεραπείες.
Τα εγκεφαλικά κύτταρα πεθαίνουν όταν η τροφοδότησή τους με οξυγόνο και σάκχαρα παρεμποδίζεται από κάποιον θρόμβο. Η αντιμετώπιση τέτοιων επεισοδίων εστιάζει στη γρήγορη θεραπεία για να ελαχιστοποιηθεί η βλάβη, ενώ οι γιατροί επενδύουν αρκετές ελπίδες και στη βελτίωση που επέρχεται στους μήνες που ακολουθούν, καθώς ο εγκέφαλος καταφέρνει να επαναδικτυωθεί.
Η ομάδα της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ μελέτησε το ενδεχόμενο επίσπευσης της διαδικασίας αποκατάστασης μέσω της διέγερσης του εγκεφάλου. Συγκεκριμένα, χρησιμοποίησαν την τεχνική της οπτογενετικής, για να διεγείρουν μόνο τους νευρώνες στον κινητικό φλοιό του εγκεφάλου, την περιοχή εκείνη που ευθύνεται για την ηθελημένη κίνηση. Στην πράξη επιστράτευσαν μια οπτική ίνα για να στείλουν φως στον εγκέφαλο, που ενεργοποιεί κύτταρα τα οποία είναι γενετικά τροποποιημένα να ανταποκρίνονται στο φως.
Επειτα από επτά ημέρες διέγερσης, τα ποντίκια μπόρεσαν να περπατήσουν πιο μακριά σε σύγκριση με τα ποντίκια που δεν είχαν υποβληθεί σε εγκεφαλική διέγερση. Υστερα από δέκα μέρες μπορούσαν επίσης να κινούνται και πιο γρήγορα. Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι η διέγερση επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο η «καλωδίωση» του εγκεφάλου αλλάζει έπειτα από ένα εγκεφαλικό, καθώς ανακάλυψαν υψηλότερα επίπεδα χημικών ουσιών που συνδέονται με τον σχηματισμό νέων συνάψεων μεταξύ των εγκεφαλικών κυττάρων. Ο επικεφαλής της έρευνας, καθηγητής Γκάρι Στάινμπεργκ, τόνισε ότι αξίζει να δοθεί βάρος στο στάδιο της αποκατάστασης, αν και διευκρίνισε ότι η οπτογενετική δεν μπορεί ακόμα να χρησιμοποιηθεί στους ανθρώπους.


