Swissleaks ή ελβετικές διαρροές. Μετά τα Wikileaks και τα επονομαζόμενα Luxleaks, ακόμα ένας νεολογισμός προστέθηκε στον κατάλογο της δημοσιογραφίας των διαρροών νέας γενιάς. Τα στοιχεία που έδωσε και πάλι στη δημοσιότητα η Διεθνής Σύμπραξη Ερευνητών Δημοσιογράφων (ICIJ), και αποτελούν επί της ουσίας προέκταση της λεγόμενης «λίστας Λαγκάρντ» -με την ανάμειξη, και εδώ, ελληνικών ονομάτων-, είχαν τον ίδιο αντίκτυπο με τις διαρροές των προηγούμενων «-leaks»: προκάλεσαν τριγμούς στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα με ποικίλες πολιτικές προεκτάσεις.
Στα ονόματα που εμφανίστηκαν στη λίστα και διατηρούσαν τραπεζικούς λογαριασμούς στο ελβετικό παράρτημα της βρετανικής τράπεζας HSBC φιγουράρουν μονάρχες (όπως ο πρίγκιπας του Μπαχρέιν Σαλμάν Αλ Χαλίφα, ο σουλτάνος του Ομάν, η βασιλική οικογένεια της Μαλαισίας, ο βασιλιάς του Μαρόκο), η μοναχοκόρη του «χασάπη της πλατείας Τιενανμέν», του Κινέζου πρώην πρωθυπουργού Λι Πενγκ, ο Ραμί Μακλούφ, ξάδελφος και στενός συνεργάτης του Μπασάρ Ασαντ της Συρίας, ο δισεκατομμυριούχος Ρώσος ολιγάρχης Γκενάντι Τιμτσένκο, ηθοποιοί όπως ο Τζον Μάλκοβιτς και η Τζόαν Κόλινς, o φωτογράφος Χέλμουτ Νιούτον, ο ροκ σταρ Ντέιβιντ Μπάουι, το μοντέλο Ελ Μακφέρσον και άλλες διασημότητες της σόουμπιζ, της πολιτικής, του επιχειρηματικού κόσμου. Στη λίστα συμπεριλαμβάνονται αμφιλεγόμενες προσωπικότητες: κατασκευαστές όπλων, έμποροι διαμαντιών, ο Τούρκος επιχειρηματίας Σελίμ Αλγκουαντίς, που κατηγορείται ότι προμήθευσε το μυστικό πυρηνικό πρόγραμμα στη Λιβύη, ο Φραντς Μερκερόν (αποδημήσας πλέον), συνεργάτης του πάλαι ποτέ Αϊτινού δικτάτορα «Μπέιμπι Ντοκ» Ντιβαλιέ, ο υπουργός Εμπορίου του Μουμπάρακ Ρασίντ Μοχάμεντ Ρασίντ. Οπως δείχνουν οι διαρροές, υπάλληλοι της τράπεζας συμβούλευαν τους πελάτες (πολλοί εκ των οποίων διατηρούσαν τις καταθέσεις τους σε offshore εταιρίες) πώς να αποφεύγουν τη φορολόγηση – και ιδιαίτερα τη νέα τότε ευρωπαϊκή Οδηγία για τη φορολόγηση των τόκων καταθέσεων (ESD). Οι αμερικανικές Αρχές, που είχαν προχωρήσει σε συμφωνία μη δίωξης με τη βρετανική τράπεζα μετά το 2012 (όταν επιτροπή της Γερουσίας αποκάλυψε ότι, μέσω της τράπεζας, ξέπλεναν μαύρο χρήμα έμποροι ναρκωτικών και μετέφεραν κεφάλαια τράπεζες-χρηματοδότες της Αλ Κάιντα), σκέφτονται να ξανανοίξουν την υπόθεση. Τα νέα στοιχεία παρέδωσε στο δημοσιογραφικό δίκτυο η «Le Monde», αφού πρώτα τα εξασφάλισε από τη γαλλική κυβέρνηση, προκειμένου να διασταυρωθούν σε συνεργασία με διεθνή ΜΜΕ. Ως γνωστόν, τα πρώτα σχετικά στοιχεία -που είχε αφήσει να διαρρεύσουν από την HSBC ο πρώην υπάλληλός της Ερβέ Φαλτσιανί- περιήλθαν στις γαλλικές μυστικές υπηρεσίες και, μέσω του υπουργείου Εξωτερικών, στην ελληνική κυβέρνηση και σε πολλά άλλα κράτη, τον Οκτώβριο του 2010. Εγιναν δε γνωστά ως «λίστα Λαγκάρντ» από την τότε υπουργό Οικονομικών της Γαλλίας.
Στο Λουξεμβούργο
Η προηγούμενη αποκάλυψη του ICIJ, οι λεγόμενες «διαρροές του Λουξεμβούργου» (Luxleaks), αφορούσε το ειδικό φορολογικό καθεστώς του κρατιδίου, που προσέφερε διευκολύνσεις φοροαπαλλαγής (με φορολόγηση που ενίοτε ανερχόταν σε λιγότερο και από το 1% του ποσού) για όσους επέλεγαν το μεγάλο δουκάτο για να τοποθετήσουν τις τραπεζικές καταθέσεις τους. Η Pepsi, η IKEA, η FedEx και ακόμα 340 πολυεθνικές φέρονται -με βάση τα στοιχεία που αποκάλυψε το δημοσιογραφικό δίκτυο- ότι είχαν πραγματοποιήσει φορολογικές συμφωνίες με το υπουργείο Οικονομικών του δουκάτου που τους εξασφάλιζαν τεράστιες φοροαπαλλαγές, τις οποίες διαπραγματεύονταν η λογιστική PriceWaterhouseCoopers και οι Ernst & Young, Deloitte και KPMG. Οι αποκαλύψεις είχαν, εκτός από τις προφανείς οικονομικές επιπτώσεις, και μία άμεση πολιτική επίπτωση: έλαβαν χώρα την εβδομάδα που ανέλαβε πρόεδρος της Κομισιόν -με «σημαία» του την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής- ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, πρώην πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου και υπουργός Οικονομικών κατά το επίμαχο διάστημα, σε βάρος του οποίου μάλιστα κατατέθηκε πρόταση μομφής στο Ευρωκοινοβούλιο.
Το πρώτο «χτύπημα» με τα Wikileaks
Την αρχή είχε κάνει ο ιδρυτής των περίφημων Wikileaks Τζούλιαν Ασάντζ, που παραμένει στην πρεσβεία του Ισημερινού (χώρα που του χορήγησε πολιτικό άσυλο), στο Λονδίνο. Δεν είναι τυχαίο ότι τον Νοέμβριο του 2010 η τότε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Χίλαρι Κλίντον χαρακτήρισε τις αποκαλύψεις της ιστοσελίδας «επίθεση» όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά «στη διεθνή κοινότητα», ενώ Αμερικανοί πολιτικοί, όπως ο ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής Πίτερ Κινγκ, ζητούσαν τον χαρακτηρισμό των Wikileaks ως «τρομοκρατικής οργάνωσης». Είχε ξεκινήσει ήδη η δημοσιοποίηση των 251.287 εμπιστευτικών (αλλά όχι απόρρητων) τηλεγραφημάτων από αμερικανικές πρεσβείες σε όλον τον πλανήτη -μάλιστα, αποκαλύφθηκαν τηλεγραφήματα και από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα-, προκαλώντας προβλήματα στις διμερείς σχέσεις των ΗΠΑ με δεκάδες χώρες. Μεταξύ άλλων, τα τηλεγραφήματα χαρακτήριζαν τον Μεντβέντεφ (τότε πρόεδρο της Ρωσίας) «Ρόμπιν» δίπλα στον «Μπάτμαν» πρωθυπουργό Βλαντιμίρ Πούτιν, τη Ρωσία «κράτος μαφίας» και την Ανγκελα Μέρκελ ως πολιτικό που «αποφεύγει το ρίσκο και σπάνια είναι δημιουργική». Ομως, τις σημαντικότερες -ίσως- αποκαλύψεις είχε κάνει νωρίτερα ο -φυλακισμένος σήμερα στις ΗΠΑ- Μπράντλεϊ Μάνινγκ (ο οποίος έκτοτε έχει κάνει αλλαγή φύλου και έχει μετονομαστεί σε Τσέλσι Μάνινγκ). Στρατιώτης τότε στις υπηρεσίες πληροφοριών του αμερικανικού στρατού στη Βαγδάτη, είχε στείλει δύο βίντεο στο Wikileaks – το ένα με εικόνες από ένα αμερικανικό ελικόπτερο Απάτσι να ανοίγει αδιακρίτως πυρ εναντίον αμάχων στο Ιράκ και το δεύτερο από αμερικανική αεροπορική επιδρομή με χρήση λευκού φωσφόρου στην πόλη Γκρανάι του Αφγανιστάν, που σκότωσε πάνω από 100 γυναικόπαιδα. Μαζί με ακόμη 250.000 διπλωματικά έγγραφα, καθώς και με 500.000 στρατιωτικές αναφορές, αποτελούν τη μεγαλύτερη διαρροή απόρρητων εγγράφων στην αμερικανική ιστορία, αποκαλύπτοντας σωρεία εγκλημάτων κατά αμάχων και καθιστώντας τον Μάνινγκ «ήρωα» για πολλούς, «προδότη» για άλλους και δημιουργώντας το μοντέλο για τη νέα μορφή αποκαλυπτικής δημοσιογραφίας.
