Από τον
Σωτήρη Λέτσιο
Ενα σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορική διαδρομή της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι και αυτό το οποίο αναφέρεται στην ενασχόληση ενός μέρους του κλήρου -από απλούς ιερείς έως Μητροπολίτες- με τα κοινά τόσο κατά της διάρκεια της Επανάστασης όσο και αργότερα, με την ιδιότητα του βουλευτή.
Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, πολλοί ήταν οι ιερείς που εξελέγησαν και συμμετείχαν ως πληρεξούσιοι στις εθνοσυνελεύσεις, αλλά και ως παραστάτες στις Βουλές του Ναυπλίου ή σε άλλες περιοχές της Πελοποννήσου. Το 1824, με το ξέσπασμα του εμφύλιου πολέμου, στο ελληνικό στρατόπεδο δημιουργήθηκαν δύο ομάδες και συγχρόνως λειτούργησαν δύο Κοινοβούλια. Από τη μια πλευρά, υπήρχε η ομάδα Κολοκοτρώνη – Δεληγιάννη, ενώ στην αντίπερα όχθη βρίσκονταν όσοι είχαν συμμαχήσει με το δίδυμο Ζαΐμη – Κουντουριώτη.
Στη Βουλή των Κολοκοτρώνη – Δεληγιάννη ασκούσε καθήκοντα προέδρου ο Επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος και στο αντίπαλο Κοινοβούλιο προέδρευε ο Επίσκοπος Μοθώνης (σημερινή Μεθώνη) Γρηγόριος. Ενας άλλος Επίσκοπος, ο Ανδρούσης Ιωσήφ, εκτός από υπουργός Θρησκείας, ενίοτε αναπλήρωνε τον υπουργό Δικαίου στις κυβερνήσεις που είχαν σχηματιστεί από το 1822 έως το 1824. Στις εθνοσυνελεύσεις και τις κοινοβουλευτικές συνεδριάσεις δεν συμμετείχαν μόνο Μητροπολίτες αλλά και απλοί ιερείς, καθώς όλες οι τότε πολιτικές παρατάξεις διέθεταν στις τάξεις τους ιερείς. Ανάμεσα στις υπόλοιπες προσωπικότητες σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και ο Ανθιμος Γαζής (με καταγωγή από τις Μηλιές), ο οποίος πήρε μέρος ως παραστάτης – βουλευτής στην Α΄, Β΄ και Γ΄ Εθνοσυνέλευση όχι ως πληρεξούσιος της Θεσσαλίας αλλά της Στερεάς Ελλάδας, επιλεγμένος από τον Αρειο Πάγο.
Ο γνωστός Παπαφλέσσας (κατά κόσμον Γρηγόρης Δικαίος) εκλέχθηκε, όντας αρχιμανδρίτης, αντιπρόεδρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας το 1822, ενώ συμμετείχε και στις εργασίες της Β΄ Εθνοσυνέλευσης. Μάλιστα, ο «φλογερός παπάς» διετέλεσε υπουργός Αστυνομίας και Εσωτερικών στις πρώτες επαναστατικές κυβερνήσεις. Μια εξαιρετική επίσης φυσιογνωμία εκείνης της περιόδου είναι και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, που με την ιδιότητα του πληρεξούσιου Πελοποννήσου -εκλεγμένος από την Πελοποννησιακή Γερουσία- συμμετείχε στην Α΄ και τη Β΄ Εθνοσυνέλευση ως μέλος της βουλευτικής επιτροπής. Ο Θεόφιλος Καΐρης, ναι μεν ήταν ένας απλός κληρικός από την Ανδρο, ωστόσο υπήρξε από τα ελάχιστα φωτισμένα και προικισμένα με πολλές ικανότητες άτομα. Ελαβε μέρος ως βουλευτής (παραστάτης) στη Β΄, τη Γ΄ και την Δ΄ Εθνοσυνέλευση, ενώ είχε παρουσία και στα πεδία των μαχών, όπου και τραυματίστηκε. Στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου η Κρήτη είχε εκπροσωπηθεί με έξι βουλευτές, ένας εκ των οποίων ήταν ο κληρικός Νεόφυτος Οικονόμος, ο οποίος ταυτοχρόνως μετείχε στην Προσωρινή Διοίκηση Κρήτης. Πρόεδρος του Αρείου Πάγου είχε διατελέσει και ο Επίσκοπος Ταλαντίου Θεόφιλος, ο οποίος στην Α΄ Εθνοσυνέλευση είχε εκλεγεί πληρεξούσιος της ανατολικής Στερεάς, όπως και μέλος του Βουλευτικού. Αυτά είναι τα σημαντικότερα πρόσωπα από πλευράς Εκκλησίας τα οποία κατά τη διάρκεια της Επανάστασης βρέθηκαν στο επίκεντρο των τότε πολιτικών γεγονότων και αντιπαραθέσεων. Με το Σύνταγμα της Τροιζήνας (1827) έχασαν το δικαίωμα να εκλέγονται βουλευτές ή πληρεξούσιοι οι Μητροπολίτες, οι αρχιμανδρίτες και οι απλοί κληρικοί.
Στη μετεπαναστατική Ελλάδα, επί της βασιλείας του Οθωνα, έχουμε περιπτώσεις δύο ιερέων, οι οποίοι ανέπτυξαν αξιόλογη δράση προτού εκλεγούν βουλευτές. Αυτοί είναι ο παπα-Κώστας Τζαμάλας και ο Ζηνόβιος ή Ζαφείρης Βάλβης.
Παπα-Κώστας Τζαμάλας: Μια εκλογή που ήγειρε έντονες αντιπαραθέσεις
Ξεχωριστή περίπτωση μαχητικού ιερέα και πολιτικού, ο καταγόμενος από τη Φθιώτιδα παπα-Κώστας, ασκούσε τα καθήκοντα του ιερέα στη Δρέμισσα. Πήρε ενεργά μέρος στην Επανάσταση μαζί με τους αδελφούς του, όπου διακρίθηκε σε πολλές μάχες υπό τις διαταγές των αρματολών Κοντογιανναίων της Υπάτης. Μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, τάχθηκε με το μέρος των συνταγματικών (1832). Επί Οθωνα έγινε αντισυνταγματάρχης και το 1844 εξελέγη βουλευτής, ακολουθώντας τον Κωλέττη στη Βουλή.
Η εκλογή του όμως αποτέλεσε αντικείμενο έντονης συζήτησης κατά τη συνεδρίαση της 27ης Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου, όταν πολλοί ομιλητές εξέφρασαν αντιρρήσεις για το δικαίωμα ενός ιερέα να διατηρεί συγχρόνως και την ιδιότητα του βουλευτή. «Ο παπα-Κώστας είναι αληθές ότι αγωνίσθη πολύ και συνεμέθεξε κατά του υπέρ πατρίδος αγώνα, αλλά τότε ήτο μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος. Ηδη όμως δεν είμεθα εις τοιούτην θέσιν και επομένως καταστρέφομεν τον νόμο άμα δεχθώμεν κληρικόν βουλευτή» υπογράμμισαν βουλευτές προερχόμενοι από τα αντίπαλα με του Κωλέττη κόμματα και πρόσθεταν: «Διατί να κάμωμεν εξαίρεσιν; Τι θα είπωμεν αν τούτο το προνόμιο ζητήσουν να εξασκήσουν και άλλοι κληρικοί αγωνισθέντες επίσης;»
Αντιρρήσεις
Στη συνέχεια, αναγνώστηκε έγγραφο της Ιεράς Συνόδου, σύμφωνα με το οποίο αναγνώριζε το δικαίωμα στους ιερείς να ασκούν ταυτόχρονα τα εκκλησιαστικά καθήκοντά τους με τα βουλευτικά, διότι «δεν δύναται να συγχωρείται το πολεμείν και να απαγορεύεται το βουλεύεσθαι». Το θέμα τέθηκε σε ψηφοφορία, όπου διά της ανατάσεως της χειρός, η πλειοψηφία των βουλευτών ενέκρινε την εκλογή του παπα-Κώστα. Το 1847, μαζί με τους Βελέντζα, Κοντογιάννη, Κομνά Τράκα, ανέλαβε την ηγεσία του αντιοθωνικού στασιαστικού κινήματος, αλλά καταδιώχθηκε και αναγκάστηκε να καταφύγει στη Θεσσαλία, η οποία βρισκόταν ακόμα υπό τουρκική κυριαρχία. Οταν δόθηκε αμνηστία (1848), εξακολούθησε τη δραστηριότητά του και δεν δίστασε να στασιάσει εκ νέου· έφτασε μάλιστα με τους άντρες του έως τον Ελικώνα, αλλά αναγκάστηκε, ηττημένος από τον Γρίβα Γαρδικιώτη, να καταθέσει τα όπλα. Στον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856), μαζί με τους Δυοβουνιώτη και Πανουργιά, επιχείρησε εισβολή στη Θεσσαλία, οπότε επαναστάτησε το Πήλιο. Η υπογραφή συνθήκης ειρήνης μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας τον ανάγκασε να ανακόψει τη δραστηριότητά του και να αμνηστευθεί για τις πράξεις του το 1855. Πέθανε στη Λαμία το 1862.
Ζηνόβιος Βάλβης: Ο πρωθυπουργός που «έφυγε» φτωχός
Διακρινόταν για το ήθος του και αρνήθηκε το παραμικρό επίδομα, για να μην επιβαρύνει τον Κρατικό Προϋπολογισμό!
Ιδιαίτερη όσο και χαρισματική -και υψηλού ήθους- προσωπικότητα υπήρξε ο Ζηνόβιος ή Ζαφείρης Βάλβης, που γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1800. Η οικογενειακή καταγωγή του ήταν στενά συνδεδεμένη με την Εκκλησία, αφού ο
πατέρας του, ο παππούς αλλά και ο προπάππος του υπήρξαν ιερείς. Η οικογένεια των Βάλβηδων από παλιά συνήθιζε να προσφέρει ένα παιδί στην Εκκλησία για ιερέα. Λέγεται, μάλιστα, ότι και η Εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα ήταν ιδιοκτησία των Βάλβηδων και πέρασε στην ιδιοκτησία της ίδιας της πόλης μετά την Εξοδο. Και αυτό επειδή εκείνη την νύχτα σκοτώθηκαν πολεμώντας γύρω από τον χώρο αυτό όλα τα μέλη της οικογένειας Βάλβη που είχαν απομείνει στο Μεσολόγγι.
Σε ηλικία 12 χρονών βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης και χειροτονήθηκε κληρικός. Μάλιστα, λόγω του ιεραρχικού σχήματος, ο πρώτος δάσκαλός του τού έδωσε το όνομα Ζηνόβιος. Ακολούθησαν σπουδές Νομικής στο Λιβόρνο της Ιταλίας, ενώ ήδη είχε ξεσπάσει η Επανάσταση. Επέστρεψε στην Ελλάδα κατά τις πρώτες ημέρες της βασιλείας του Οθωνα και εντάχθηκε στο δικαστικό σώμα, ενώ συγχρόνως διατηρούσε την ιδιότητα του κληρικού.
Στις εκλογές του 1844 εξελέγη βουλευτής συντασσόμενος και αυτός με τον Κωλέττη και αφού πρώτα είχε απεκδυθεί του ιερατικού σχήματος. Το 1849 έγινε υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση που σχημάτισε ο ναύαρχος Κωνσταντίνος Κανάρης, θέση την οποία διατήρησε έως το 1854. Ηρθε σε σύγκρουση με τον Οθωνα και τη βαυαρική αυλή, με αποτέλεσμα να εγκαταλείψει την ενεργό πολιτική και να αποσυρθεί στο Μεσολόγγι. Η κατάλυση της βαυαρικής δυναστείας το 1862 έγινε η αφορμή να επανέλθει στο προσκήνιο της πολιτικής, επανεκλεγόμενος βουλευτής. Μια σειρά από γεγονότα οδήγησαν στην ανατροπή της κυβέρνησης Κανάρη, με αποτέλεσμα η Συνέλευση με ψήφισμα να αναλάβει η ίδια την εκτελεστική εξουσία.
Η πρώτη ενέργειά της ήταν να εκλέξει πρωθυπουργό τον Ζηνόβιο Βάλβη. Ο ερχομός στην Ελλάδα του βασιλιά Γεωργίου Α΄ συνέβαλε σε μια περίοδο πολιτικής σταθερότητας, ωστόσο με την πάροδο λίγων μηνών ο βασιλιάς ανέθεσε τον σχηματισμό κυβέρνησης στον Ζηνόβιο Βάλβη. Αυτή τη φορά η διάρκειά της ήταν μόλις τρεις μήνες, γεγονός που σήμανε και την οριστική απομάκρυνση του Βάλβη από την πολιτική σκηνή. Εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι, όπου και πέθανε το 1886, σε ηλικία 86 χρονών. Πέθανε φτωχός, αρνούμενος να παραλάβει το παραμικρό επίδομα από το κράτος, για να μην επιβαρύνει τον Κρατικό Προϋπολογισμό, και άφησε την οικογένειά του δίχως το παραμικρό περιουσιακό στοιχείο και την ανάγκη για άμεση συνδρομή.
Από την εφημερίδα Ορθόδοξη Αλήθεια

