Στην αρχαία Αθήνα η πιο συνηθισμένη ποινή για εκείνον που έθιγε το δημόσιο συμφέρον ήταν ο θάνατος
«Τα σπουδαιότερα των κατά της Πολιτείας αδικημάτων ήσαν: προδοσία, το αδίκημα το περιλαμβάνον τας ενεργείας αίτινες εστρέφοντο κατά του Δήμου με σκοπόν την κατάλυσιν αυτού. Ετιμωρείτο αύτη διά θανάτου, ταυτοχρόνως δε καταστροφής της οικίας του καταδιωκομένου και εξώσεως του καταδίκου νεκρού εκ της Αττικής. Τοιουτοτρόπως εκτός της ποινής του θανάτου η οποία αφεώρα τον καταδικαζόμενον προδότην διά της καταστροφής της οικίας και της εν γένει εξωλείας ετιμωρούντο και τα τέκνα και η οικογένεια.
Αλλο αδίκημα ήτο το της απάτης του Δήμου, ήτις ετιμωρείτο διά της ποινής του θανάτου. […] Διά την κλοπήν δημοσίων χρημάτων επεβάλλετο η ποινή του θανάτου. […] Διά την δωροδοκίαν επεβάλλετο η ποινή της ατιμίας, δημεύσεως της περιουσίας και της χρηματικής αποζημιώσεως εις τε τον δωρεοδότην και τον δωρεοδόχον. Οσάκις όμως η δωροδοκία ελάμβανε χώραν με υπόνοιαν προδοσίας ετιμωρείτο διά της ποινής του θανάτου».
Εγκυκλοπαίδεια του Ηλίου, τόμος Ζ «Ελλάς», κεφ. Το Δίκαιον, σελ. 912
Η ανθρώπινη ζωή είναι ό,τι πιο σεπτό και άξιο υπηρεσίας σε ένα οργανωμένο κράτος ανθρώπων που τιμούν τη δικαιοσύνη, πιστεύουν και λογοδοτούν στον Θεό. Κατά συνέπεια, οι ζωές των εντίμων και εναρέτως σκεπτομένων και δρώντων πολιτών είναι πολυτιμότερες από εκείνην του αδικοπραγούντα, ο οποίος με τους λόγους και τα έργα του ναρκοθετεί τον συλλογικό βίο και απειλεί τα υλικά και τα άυλα αγαθά των συμπολιτών του καθώς και την ίδια την επιβίωσή τους.
Στις περιόδους όπου η πτώση επιταχύνεται με μεγαλύτερη ορμή από εκείνην του άλματος που πρέπει «να είναι μεγαλύτερο από την φθορά», όπως το είχε προτείνει ο Οδυσσέας Ελύτης, η κλεψύδρα των αξιών αντιστρέφεται και ο χρόνος κυλά σε βάρος της κοινότητας. Η ζωή του ενός δυνάστη, καταχραστή, προδότη, ασεβούς εξωμότη, δωροδοκημένου και δωροδόκου ανεβαίνει επί λεκτικού περίλαμπρου θρόνου, ορισθέντος ως υποχρεωτικά σεβαστού.
Αλλωστε η ανθρώπινη ψυχή όπως περιγράφεται από τον Πλάτωνα (κυρίως στον «Φαίδρο» και στην «Πολιτεία») αποτελείται από τρία μέρη: το επιθυμητικό (τα ένστικτα), το θυμοειδές (τα συναισθήματα) και το λογιστικό (η λογική). Ηνίοχος στο άρμα της ψυχής πρέπει να είναι η λογική, αλλιώς θα εκτροχιαστεί.
Η Αθήνα της κλασικής εποχής, αποδεδειγμένα, ως σύνολο, γνώριζε καλύτερα από το σύγχρονο κράτος (που υποτίθεται πως εκπροσωπεί τους Ελληνες) τους μηχανισμούς πάνω στους οποίους δομείται μία πόλις και διασφαλίζεται η αρμονική συμβίωση ανθρώπων των οποίων τα συμφέροντα συχνά είναι αντικρουόμενα. Η θανατική ποινή που επέβαλλε σε όσους διέπρατταν τα προαναφερθέντα αδικήματα δεν συνιστούσε μια πεισματική, άσκοπη και απάνθρωπη «εκδίκηση» του δήμου προς τους παρανομήσαντες. Ηταν μια πράξη αυτοάμυνας απέναντι στη διαβρωτική δύναμη του κακού.
Αλλωστε, σε κάθε παρακμιακή εποχή καθίσταται κοινή η πεποίθηση ότι το κακό θριαμβεύει, η προδοσία μένει ατιμώρητη και οι άξιοι ονειδισμού, αντί να κρύβονται, περιφέρουν σε κοινή θέα, αναιδώς, την αθλιότητά τους.
Τέλος, αξίζει να αναφερθεί και το ακόλουθο απόσπασμα από το κεφάλαιο της Εγκυκλοπαίδειας του Ηλίου που αφορά το δίκαιο της αρχαίας Αθήνας για την ασέβεια: «Ασέβεια, ήτοι η άδικος πράξις η περιλαμβάνουσα την άρνησιν των θεών, τον ακρωτηριασμόν των αγαλμάτων αυτών, την παραβίασιν των μυστηρίων, την βεβήλωσιν των θρησκευτικών τελετών, την αποκοπήν ελαίας τεθειμένης επί τάφου ήρωος κλπ. Ετιμωρείτο διά της ποινής του θανάτου, της φυγής και της δημεύσεως».
Παναγιώτης Λιάκος