Την καυτή ανάσα Καρυστιανού και Τσίπρα νιώθει στην πλάτη του ο Ανδρουλάκης, ενώ οι σχέσεις του με τα άλλα στελέχη διέπονται από αμοιβαία καχυποψία
- Γιώργος Χατζηδημητρίου
Στη δίνη της πολιτικής αβεβαιότητας βρίσκεται το ΠΑΣΟΚ στο κατώφλι του νέου έτους. Επισήμως η Χαριλάου Τρικούπη δηλώνει ότι οι επιπτώσεις από τη «διπλή απειλή» Τσίπρα – Καρυστιανού αφήνουν το κόμμα ανέπαφο. Στις ιδιωτικές συζητήσεις, όμως, αναλογίζονται με δέος τις συνέπειες…
Ηταν για τους περισσότερους φανερό ότι το ΠΑΣΟΚ δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει στα ίσα έστω και αυτήν την κλονισμένη κυριαρχία της Ν.Δ., η οποία, παρά τη διάβρωση που έχει προκαλέσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο αξιακό της φορτίο, επιμένει να διατηρεί ισχυρά παραταξιακά αντανακλαστικά.
Τώρα όμως, στον ηγετικό κύκλο, συνειδητοποιούν ότι το πιθανότερο -σύμφωνα με την πιο ευνοϊκή εκδοχή…- είναι να βρεθούν τρίτοι. Αυτό, όπως λένε, αυτόχρημα σημαίνει ότι θα χάσουν το πάνω χέρι στις πρωτοβουλίες της ανασύνθεσης του προοδευτικού χώρου υπό την κηδεμονία του ΠΑΣΟΚ.
Και αφετέρου, αποκλείεται μια και καλή ή, τουλάχιστον δυσχεραίνει το σχέδιο του Νίκου Ανδρουλάκη να επιβάλει τους όρους του σαν «το χαρτί της τράπουλας που λείπει» σε μια μελλοντική κυβέρνηση συνεργασίας με τη Ν.Δ.
Στο 2026 όλα δείχνουν ότι ο Ν. Ανδρουλάκης δεν θα μπει με το δεξί. Αν τελικώς το συνέδριο που έχει οριστεί για τον Μάρτιο διεξαχθεί κανονικά -«ακόμα κι αυτό είναι στον αέρα» παρατηρεί στη «δημοκρατία» πολύπειρο στέλεχος-, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ θα βρεθεί απέναντι σε ένα κύμα γενικευμένης αμφισβήτησης για τον «ιδιωτικό τρόπο» που διευθύνει το κόμμα και τη θολή στρατηγική η οποία, παρά τις επεξεργασμένες θέσεις σε φλέγοντα αλλά επιμέρους προβλήματα, δεν πείθει.
Ισως αυτός να είναι και ο λόγος που επιδιώκει, όπως τον κατηγορεί δημόσια ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής του, ο Χάρης Δούκας, αξιοποιώντας τους μηχανισμούς που ελέγχει, να «στήσει» τη σύνθεση των συνέδρων. Κι αυτό, προσθέτει ο δήμαρχος Αθηναίων, με σκοπό να μην τεθούν σε ψηφοφορία κρίσιμες προτάσεις σαν αυτή που αφορά την κατηγορηματική άρνηση σε συγκυβέρνηση με τη Ν.Δ. με οποιαδήποτε ηγεσία ή το άνοιγμα του κόμματος στην «άλλη Αριστερά».
Το κάθετο «όχι» του Ν. Ανδρουλάκη, ο οποίος υποστηρίζει έναν δικό του μοναχικό διμέτωπο «χτυπώντας» με πρωτοφανές μένος τον ΣΥΡΙΖΑ, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας των στελεχών (Δούκας, Γερουλάνος, Νάντια Γιαννακοπούλου κ.ά.) οδηγεί σε περιχαράκωση και πολιτικό απομονωτισμό. Ενώ ο τρόπος λειτουργίας του προέδρου χαρακτηρίζεται «προβληματικός» ακόμα και από την επικεφαλής στρατηγικού σχεδιασμού Αννα Διαμαντοπούλου, η οποία δήλωσε καθαρά πως, αν δεν επικρατήσουν στις εκλογές, θα τεθεί αυθημερόν θέμα ηγεσίας.
Μοιραία, όπως διαπιστώνεται, οι σχέσεις στην κορυφή διέπονται από αμοιβαία καχυποψία. Κι έτσι τα στελέχη πρώτης γραμμής, στις εξορμήσεις τους, προτιμούν να ενισχύουν προσωπικά ερείσματα, αντί να αγωνίζονται για τη διεύρυνση της κομματικής επιρροής. Το βλέπει αυτό ο Ν. Ανδρουλάκης και τους κατηγορεί ότι τον αφήνουν στη μάχη μόνο του.