Η αγαπημένη ηθοποιός μιλά στο «Enjoy» για τους ρόλους στις παραστάσεις «Πρόσεχε ποιον σκοτώνεις!» και «Το σποτ», για τη συμμετοχή της στη σειρά «Ριφιφί» του Σωτήρη Τσαφούλια, αλλά και για το θέατρο, τη μοναξιά, την αγάπη, τη δύναμη της ανθρώπινης παρουσίας αλλά και την ανθρώπινη ανάγκη για σύνδεση.
Η όμορφη και ταλαντούχα ηθοποιός Αννα Μενενάκου μπαίνει στο 2026 σαν να «τρέχει» έναν μαραθώνιο φτιαγμένο από φώτα, λέξεις και εξαιρετικές ερμηνείες. Τρεις διαφορετικοί ρόλοι, τρεις ξεχωριστές διαδρομές, κι όμως ο παρονομαστής παραμένει ο ίδιος: το μεράκι, η αμεσότητα και η χάρη.
- Από τη Μαρία Ανδρέου
Το «Enjoy» συνάντησε την αγαπημένη ηθοποιό στο φουαγιέ του θεάτρου «Πειραιώς 131» με αφορμή την παράσταση «Πρόσεχε ποιον σκοτώνεις!». Εκεί, λίγο πριν ανοίξει η αυλαία, η γνωστή ηθοποιός μάς μίλησε για τον ρόλο της στο θεατρικό, έναν ρόλο «με παρελθόν, πληγές και σιωπές», όπως μας λέει χαρακτηριστικά. Η νέα γενιά όμως, κυρίως οι θαυμαστές της, της ζητούσαν να τους μιλήσει και για τη συμμετοχή της στη θεατρική κωμωδία «Το σποτ» αλλά και τη σειρά «Ριφιφί».
Η τελευταία, μάλιστα, αφορά τη μεγαλύτερη ληστεία στα χρονικά της Ελλάδας που συγκλόνισε την Αθήνα πριν από 33 χρόνια. Η συγκλονιστική ιστορία επιστρέφει -αυτή τη φορά στην τηλεόραση- μέσα από τη σκηνοθετική ματιά του Σωτήρη Τσαφούλια. Σε σενάριο των Βασίλη Ρίσβα και Δήμητρας Σακαλή, το «Ριφιφί» ξετυλίγει σε έξι επεισόδια μια υπόθεση που ακόμα και σήμερα παραμένει ανεξιχνίαστη: μια «κινηματογραφική», μα απολύτως πραγματική ληστεία με λεία 5 δισ. δραχμές. Στο Cosmote Cinema 1 οι τηλεθεατές παρακολουθούν το νήμα μιας απίθανης επιχείρησης που ξεκίνησε… κάτω από τη γη.

Ηταν Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 1992, όταν οι υπάλληλοι του υποκαταστήματος της Τράπεζας Εργασίας, στην οδό Καλλιρρόης, στον Νέο Κόσμο, άνοιξαν την πόρτα και αντίκρισαν στο υπόγειο 301 θυρίδες άδειες. Κάποιοι είχαν σκάψει ένα τούνελ 23 μέτρων κάτω από την οδό Καλλιρρόης, εκμεταλλευόμενοι πως εκεί κάποτε κυλούσε η κοίτη του Ιλισού. Μέσα από τη συζήτησή μας, η Αννα Μενενάκου μάς βάζει με αγάπη στον κόσμο του ρόλου της και στα γυρίσματα της σειράς.
Και ύστερα η συζήτησή μας αλλάζει τόνο: από το μυστήριο και την αγωνία, στη σάτιρα και στο γέλιο. Η ηθοποιός μιλά για την παράσταση «Το σποτ» του Ζήση Ρούμπου, σε σκηνοθεσία Σοφίας Πάσχου, στο θέατρο Γκλόρια – μια σουρεαλιστική, ξεκαρδιστική κωμωδία με θέμα το γύρισμα ενός διαφημιστικού σποτ για την Ελλάδα, σε ένα θέατρο όπου όλοι, ακόμα και το κοινό, παίζουν ρόλο. Μαζί της επί σκηνής: η Δανάη Μιχαλάκη, ο Δημήτρης Μακαλιάς, ο Αλκης Μπακογιάννης, ο Ζήσης Ρούμπος και ο Χάρης Χιώτης, σε μια ευφυή σάτιρα που κοιτάζει κατάματα τη σύγχρονη ελληνική εικόνα.
Σύμφωνα με το σενάριο της παράστασης, το υπουργείο Πολιτισμού έχει δώσει ένα μεγάλο budget για να γυριστεί ένα διαφημιστικό σποτάκι για την Ελλάδα. Τρεις ηθοποιοί, ένας καταξιωμένος πειραματικός σκηνοθέτης, ο υπεραγχωτικός βοηθός του και ο υπεύθυνος του θεάτρου θα προσπαθήσουν να γυρίσουν ένα διαφημιστικό σποτ για την Ελλάδα. Θα καταφέρουν να ανακαλύψουν την ουσία της χώρας και να την αποτυπώσουν στην κάμερα; Θα μείνουν εντός budget; Θα συνεργαστούν ή θα μαλλιοτραβηχτούν; Η Αννα Μενενάκου μάς αποκαλύπτει…
Κυρία Μενενάκου, ο κόσμος τόσο στην Αθήνα όσο και στην ελληνική περιφέρεια έχει ανάγκη την τέχνη. Οι θεατές διψούν για καλό ελληνικό έργο και θέατρο. Ηρθα και είδα την παράστασή σας «Πρόσεχε ποιον σκοτώνεις!» μέσα σε ένα κατάμεστο θέατρο και ένιωσα πραγματικά την ανάγκη του κοινού να ταξιδέψει, να γελάσει, να προβληματιστεί, να συγκινηθεί, να θέλει να χτυπήσει δυνατά η καρδιά του από την αγωνία. Πόσο μάλλον όταν γύρω του η καθημερινότητα είναι πολλές φορές αφόρητη και υπάρχει τέτοια δυστοπία και οικονομική στενότητα. Αλήθεια, τι είναι το θέατρο για τον Ελληνα; Κυλάει στο DNA του σαν ποτάμι, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, έτσι δεν είναι;
Το θέατρο για τον Ελληνα είναι μια βαθιά, σχεδόν υπαρξιακή ανάγκη. Δεν είναι μόνο ψυχαγωγία, αλλά ένας τρόπος να σταθούμε απέναντι στην πραγματικότητα, να ανασάνουμε και να νιώσουμε ότι ανήκουμε κάπου. Σε μια εποχή οικονομικής πίεσης και γενικευμένης δυστοπίας, το καλό ελληνικό έργο, όπως αυτό που υπηρετούν διαχρονικά συγγραφείς όπως ο Μιχάλης Ρέππας και ο Θανάσης Παπαθανασίου, γίνεται σημείο συνάντησης, σκέψης και συναισθήματος. Το κατάμεστο θέατρο που περιγράφετε δεν είναι τυχαίο· είναι η απόδειξη ότι οι άνθρωποι διψούν για αλήθεια και για συναίσθημα. Οταν η καθημερινότητα γίνεται αφόρητη, το θέατρο δεν προσφέρει μόνο απαντήσεις, προσφέρει και συντροφιά. Και αυτό, πολλές φορές, είναι σωτήριο. Νομίζω πως το θέατρο πράγματι κυλάει στο DNA μας. Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα παραμένει ένας ζωντανός τόπος όπου οι άνθρωποι γελούν, συγκινούνται, προβληματίζονται και μοιράζονται μια κοινή εμπειρία. Και αυτό εξηγεί γιατί, ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες, οι θεατρικές αίθουσες συνεχίζουν να γεμίζουν.
Πιστεύετε ότι το θέατρο θα πληγεί από την επέλαση της Τεχνητής Νοημοσύνης ή είναι το μόνο μετερίζι που δεν μπορεί να αγγίξει το ΑΙ; Μπορούν τα ρομπότ να παίξουν θέατρο; Ο ηθοποιός δεν θα δίνει πάντα δάκρυ, ανάσα, γέλιο στη σκηνή; Η μηχανή μπορεί να δώσει συναίσθημα;
Οσο οι άνθρωποι θα έχουν ανάγκη να συναντιούνται ζωντανά, να μοιράζονται συναίσθημα και να νιώθουν ο ένας την παρουσία του άλλου, το θέατρο θα παραμένει αναντικατάστατο. Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να μιμηθεί, να αναπαράγει, να εντυπωσιάσει τεχνικά. Αλλά δεν μπορεί να συγκινηθεί αληθινά ή να ανταποκριθεί στο κοινό εκείνη τη μοναδική στιγμή που κάτι αλλάζει στον αέρα της αίθουσας. Το δάκρυ, το γέλιο, η σιωπή του ηθοποιού γεννιούνται από την εμπειρία, την ευαλωτότητα και τη σχέση με τον απέναντι. Το θέατρο είναι ο χώρος που περισσότερο από κάθε άλλον υπενθυμίζει τι σημαίνει ανθρώπινη παρουσία.
Ο Κάρλος Κουν έλεγε ότι αν δεν υπάρχει ελληνικό έργο, δεν υπάρχει και ελληνικό θέατρο. Τι είναι ο Μιχάλης Ρέππας και ο Θανάσης Παπαθανασίου για το ελληνικό θέατρο; Πόσο σημαντική είναι για εσάς η φετινή σας συνεργασία με αυτό το σπουδαίο συγγραφικό δίδυμο αλλά και με το συγκεκριμένο καστ ηθοποιών; Είναι η πρώτη φορά που καταπιάνονται με αστυνομική ιστορία μυστηρίου ή κάνω λάθος;
Ο Μιχάλης Ρέππας και ο Θανάσης Παπαθανασίου είναι από τους σημαντικότερους σύγχρονους δημιουργούς του ελληνικού θεάτρου. Με τα έργα τους έχουν υπηρετήσει σταθερά το ελληνικό έργο, μιλώντας με χιούμορ, ευαισθησία και οξυδέρκεια για την κοινωνία και τον άνθρωπο. Υπό αυτή την έννοια η φράση του Καρόλου Κουν ότι «χωρίς ελληνικό έργο δεν υπάρχει ελληνικό θέατρο» βρίσκει απόλυτα εφαρμογή στη διαδρομή τους. Η φετινή μου συνεργασία μαζί τους είναι για μένα ιδιαίτερα σημαντική και τιμητική. Πρόκειται για δημιουργούς που σέβονται τον ηθοποιό και πιστεύουν βαθιά στη συλλογική δουλειά, κάτι που αντανακλάται και στο εξαιρετικό καστ, με το οποίο υπάρχει ουσιαστική επικοινωνία και κοινός στόχος. Οσο για το είδος, είναι πράγματι από τις λίγες φορές που καταπιάνονται τόσο ξεκάθαρα με μια αστυνομική ιστορία μυστηρίου. Το μυστήριο λειτουργεί σαν όχημα, η βάση όμως παραμένει η ίδια – ο άνθρωπος, τα πάθη οι αδυναμίες και τα ηθικά διλήμματα.
Η ηρωίδα σας, Ρίκα Βλαστού, στο «Πρόσεχε ποιον σκοτώνεις!», αν και είναι μια γυναίκα πλούσια, όμορφη, καλοσυνάτη, έχει πολλά τραύματα. Τι σας έκανε να πείτε το «ναι» στον ρόλο της; Σας αρέσουν τα έργα εποχής, οι ιστορίες τύπου Αγκαθα Κρίστι; Τελικά το χρήμα, η ύλη, η ευμάρεια δεν είναι συνώνυμα της ευτυχίας;
Αυτό που με έκανε να πω «ναι» στο «Πρόσεχε ποιον σκοτώνεις!» ήταν πρωτίστως οι άνθρωποι πίσω από το έργο και ο κόσμος που δημιουργούν. Αυτό είναι το κυριότερο για εμένα. Μου αρέσουν πολύ τα έργα εποχής και οι ιστορίες μυστηρίου, τύπου Αγκαθα Κρίστι, όχι τόσο για την ίντριγκα όσο για το πώς μέσα από αυτήν αποκαλύπτονται οι ανθρώπινες σχέσεις, τα μυστικά και οι αντιφάσεις. Είναι ένα είδος που δεν είχα ξανακάνει και ομολογώ ότι το είδα σαν πρόκληση. Η Ρίκα Βλαστού δεν είναι ένας ρόλος μιας ακόμη κακομαθημένης όμορφης, είναι ένας άνθρωπος με παρελθόν, πληγές και σιωπές. Αυτό με συγκίνησε και με προκάλεσε ως ηθοποιό. Οι ρωγμές της. Η Ρίκα, παρότι ζει μέσα στην άνεση, κουβαλά βαθιά τραύματα. Και αυτό δείχνει κάτι πολύ αληθινό: ότι το χρήμα και η ύλη δεν είναι συνώνυμα της ευτυχίας. Μπορούν να προσφέρουν ασφάλεια, αλλά δεν γεμίζουν το κενό της μοναξιάς, ούτε γιατρεύουν την έλλειψη αγάπης. Η Ρίκα είναι ένας άνθρωπος που έχει πολλά, αλλά της λείπουν τα ουσιαστικά και αυτή η αντίφαση είναι που κάνει τον ρόλο τόσο ανθρώπινο, συγκινητικό και ξεχωριστό.

Η Ρίκα επιδιώκει την ανδρική παρουσία. Από τον Λεωνίδα στον Τόμι. Τελικά οι γυναίκες μπορεί να είναι αυτοδύναμες και αυτάρκεις ή πάντα θα έχουν την ανάγκη της συντροφικότητας και της ασφάλειας ενός αρσενικού;
Η Ρίκα δεν επιδιώκει την ανδρική παρουσία από αδυναμία, αλλά από ανάγκη για σύνδεση. Πιστεύω πως οι άνθρωποι μπορούν να είναι αυτοδύναμοι και αυτάρκεις, όμως αυτό δεν αναιρεί την ανάγκη για συντροφικότητα. Η επιθυμία να μοιραστείς τη ζωή σου με κάποιον δεν είναι έλλειψη δύναμης· είναι βαθιά ανθρώπινη ανάγκη. Και χρειάζεται πολλή δύναμη. Η Ρίκα δεν ψάχνει έναν «προστάτη», αλλά κάποιον να σταθεί δίπλα της, να τη δει και να την αποδεχτεί. Μπορείς να είσαι δυνατός και ταυτόχρονα να χρειάζεσαι τον άλλον. Και νομίζω πως εκεί βρίσκεται και η ουσία του ρόλου της: στην προσπάθεια να γεφυρώσει τη δύναμη με την ευαλωτότητα.
Η ηρωίδα σας, η Ρίκα, καταφεύγει στο αλκοόλ για να βγάλει την καθημερινότητά της. Πολύ δύσκολος ο ρόλος σας, σκηνικά. Μεγάλος εθισμός το ποτό. Τι προσπαθεί να αποφύγει η ηρωίδα με το να είναι συνεχώς μεθυσμένη; Γατί η ζωή την πήρε από κάτω; Πώς η ζωή γίνεται αφόρητη και πόση δύναμη θέλει να αγωνιστείς και να παλέψεις για να έχεις ψηλά το κεφάλι;
Η Ρίκα δεν καταφεύγει στο αλκοόλ από ευκολία ή επιπολαιότητα. Το ποτό είναι ο τρόπος της να «μουδιάσει», να αποφύγει όσα δεν αντέχει να νιώσει νηφάλια. Προσπαθεί να ξεφύγει από τη μοναξιά της και από μια ζωή που δεν εξελίχθηκε όπως ονειρεύτηκε. Οταν η πραγματικότητα γίνεται αφόρητη, το αλκοόλ λειτουργεί σαν μια πρόσκαιρη ανακούφιση. Η ζωή την «παίρνει από κάτω» γιατί κουβαλά τραύματα που δεν βρήκαν ποτέ χώρο να ειπωθούν. Και όταν δεν βρίσκεις στήριγμα, όταν δεν νιώθεις ότι σε βλέπουν ή σε καταλαβαίνουν, η καθημερινότητα μπορεί να γίνει ασήκωτη. Ο εθισμός είναι συχνά η κραυγή ενός ανθρώπου που δεν αντέχει άλλο να παλεύει μόνος του. Χρειάζεται τεράστια δύναμη για να σταθείς όρθιος. Και πολλές φορές αυτή η δύναμη δεν φαίνεται, κρύβεται μέσα στην επιβίωση κάθε ημέρας. Η Ρίκα είναι ένας άνθρωπος που παλεύει, ακόμη κι όταν χάνει τον δρόμο της.
Γιατί η Ρίκα ζηλεύει τη Λένα; Τι έχει η Λένα που δεν έχει εκείνη; Η ζήλια στις γυναικείες σχέσεις από πού πηγάζει;
Η ζήλια της Ρίκας απέναντι στη Λένα δεν πηγάζει από κακία, αλλά από σύγκριση και φόβο. Η Λένα μοιάζει να έχει κάτι που η Ρίκα νιώθει ότι της λείπει: μια εσωτερική γαλήνη, μια απλότητα, μια αίσθηση ότι ανήκει. Είναι περισσότερο ένα συναίσθημα πληρότητας που η Ρίκα δεν καταφέρνει να αγγίξει. Στις γυναικείες σχέσεις η ζήλια συχνά γεννιέται από ανασφάλεια και από το «δεν είμαι αρκετή», όχι από ανταγωνισμό. Από την ανάγκη να αγαπηθούμε και να αναγνωριστούμε. Οταν ένας άνθρωπος δεν έχει συμφιλιωθεί με τις πληγές του, τότε ο άλλος γίνεται καθρέφτης όσων φοβάται ότι δεν έχει ή δεν θα αποκτήσει ποτέ. Και αυτό είναι βαθιά ανθρώπινο. Δεν πιστεύω ότι αυτά τα συναισθήματα ανήκουν μόνο στις γυναίκες, ίσως «φωτίζονται» λίγο παραπάνω, μια και οι γυναίκες εκφράζονται πιο έντονα σε σχέση με τους άντρες.

Κυρία Μενενάκου, πού μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος «κυνηγώντας» το εύκολο χρήμα; Μέχρι και τον φόνο; Είναι η απληστία μέσα στα πάθη του ανθρώπου;
Για να σκοτώσει κάποιος, να αφαιρέσει μια ζωή, πόσο πρέπει να έχει αλλοτριωθεί ψυχικά και να έχει διαβρωθεί πνευματικά; Το εύκολο χρήμα λειτουργεί συχνά σαν πειρασμός, γιατί υπόσχεται γρήγορες λύσεις. Η απληστία πράγματι είναι ένα από τα ανθρώπινα πάθη, όμως συνήθως δεν γεννιέται από την αφθονία, αλλά από τον φόβο, την ανασφάλεια και το αίσθημα ότι «δεν έχω αρκετά» ή «δεν είμαι αρκετός». Οταν το χρήμα γίνεται αυτοσκοπός και όχι μέσο, τότε αρχίζουν να θολώνουν τα όρια, οι αξίες και η ευθύνη. Για να φτάσει ένας άνθρωπος στο σημείο να αφαιρέσει μια ζωή, πρέπει να έχει προηγηθεί μια βαθιά αποξένωση από τον εαυτό του και τον άλλον. Οταν ο άνθρωπος παύει να βλέπει τον απέναντι ως άνθρωπο και τον μετατρέπει σε εμπόδιο ή αντικείμενο, είναι η στιγμή που χάνονται η ενσυναίσθηση, η ιερότητα της ζωής και το μέτρο. Αυτές οι ιστορίες, όσο σκοτεινές κι αν είναι, μας θυμίζουν πόσο σημαντικό είναι να μιλάμε για αξίες, για όρια, για φροντίδα και για το πώς μια κοινωνία στηρίζει ή εγκαταλείπει τους ανθρώπους της. Γιατί η βία γεννιέται εκεί όπου έχει χαθεί η σύνδεση.
Πιστεύατε, όταν θα ξεκινούσατε την περιπέτειά σας με την υποκριτική, ότι θα φτάνατε στο σημείο να είστε μια από τις πιο αγαπητές και αναγνωρίσιμες ηθοποιούς σήμερα; Η συμμετοχή σας στην θεατρική παράσταση «Δείπνο ηλιθίων» αλλά και σε σειρές όπως «Ετερος εγώ – Κάθαρσις» έχει καταγραφεί πολύ θετικά στη μνήμη του κοινού.
Οταν άρχισα την υποκριτική, δεν είχα στο μυαλό μου την αναγνωρισιμότητα ή την αποδοχή. Τελείωσα τη σχολή το 2008 και σήμερα, 17 χρόνια μετά, κοιτάζω αυτή τη διαδρομή με ευγνωμοσύνη. Ηταν χρόνια γεμάτα δουλειά, εμπειρίες και συναντήσεις που με διαμόρφωσαν όχι μόνο ως ηθοποιό, αλλά και ως άνθρωπο. Σε αυτά τα χρόνια είχα την τύχη να συμμετάσχω σε πολλές τηλεοπτικές σειρές και θεατρικές παραστάσεις, σε διαφορετικά είδη και ρόλους. Το ότι κάποιες από αυτές τις δουλειές, όπως το «Δείπνο Ηλιθίων» ή σειρές όπως «Ετερος Εγώ – Κάθαρσις», έχουν μείνει στη μνήμη και την αγάπη του κόσμου είναι για μένα μεγάλη χαρά και τιμή. Νιώθω ότι αυτή η πορεία συνεχίζεται με την ίδια όρεξη και αγάπη για τη δουλειά. Και αυτό ύστερα από τόσα χρόνια είναι κάτι που με γεμίζει δύναμη και αισιοδοξία.
Η τηλεόραση και η μυθοπλασία πόσο σας βοήθησαν σε αυτό; Τι σας έδωσε η εμπειρία της τηλεόρασης;
Η τηλεόραση μου έδωσε κυρίως τη δυνατότητα να συναντήσω τον κόσμο. Να μπω στα σπίτια των ανθρώπων, να τους κρατήσω συντροφιά, να μοιραστώ μαζί τους ιστορίες που έγιναν μέρος της καθημερινότητάς τους. Η μυθοπλασία δημιούργησε έναν ιδιαίτερο δεσμό, γιατί οι χαρακτήρες αυτοί ζουν για καιρό μέσα στα σπίτια των θεατών και αυτό δημιουργεί μια οικειότητα. Αυτό που με συγκινεί περισσότερο είναι όταν ο κόσμος μού μιλάει σαν να με ξέρει, σαν να έχουμε συναντηθεί μέσα από τις ιστορίες. Εκεί καταλαβαίνω τη δύναμη της τηλεόρασης: στο ότι ενώνει και δημιουργεί μια κοινή εμπειρία. Και αυτό είναι κάτι που κουβαλάω με μεγάλη ευθύνη και ευγνωμοσύνη.

Γιατί το «Ριφιφί», η νέα σειρά του σκηνοθέτη Σωτήρη Τσαφούλια, άγγιξε τόσο πολύ τον κόσμο; Οι κριτικοί έγραψαν ύμνους και τα μηχανάκια καταγράφουν ρεκόρ τηλεθέασης. Την περιμένατε αυτή την απήχηση;
Νομίζω ότι το «Ριφιφί» άγγιξε τον κόσμο γιατί μίλησε με αλήθεια. Δεν αντιμετώπισε την ιστορία σαν εντυπωσιακό γεγονός, αλλά σαν ανθρώπινη συνθήκη. Πίσω από τη ληστεία υπάρχουν άνθρωποι με ανάγκες, φόβους, όρια και όνειρα, και αυτό το στοιχείο αναγνώρισε ο θεατής. Επίσης, εργαστήκαμε όλοι με φροντίδα, λεπτομέρεια και σεβασμό τόσο στην εποχή όσο και στον άνθρωπο, κάτι που ο κόσμος το αισθάνεται. Δεν ξέρω να απαντήσω τι περιμέναμε γιατί κάθε φορά όλοι οι συντελεστές ευχόμαστε να συγκινήσουμε το κοινό, αλλά ποτέ δεν το θεωρούμε δεδομένο. Η αγάπη του κόσμου, τα σχόλια, η ανταπόκριση είναι για όλους μας μια μεγάλη δικαίωση και μια υπενθύμιση του γιατί αξίζει να κάνεις αυτή τη δουλειά με αλήθεια και συνέπεια.
Τι είναι ο σκηνοθέτης Σωτήρης Τσαφούλιας για την ελληνική μυθοπλασία; Πόσο έχει βοήθησε την ανάπτυξη και την ποιότητα του οπτικοακουστικού κλάδου;
Ο Σωτήρης Τσαφούλιας είναι ένας σκηνοθέτης που έχει συμβάλει ουσιαστικά στο να αλλάξει η εικόνα της ελληνικής μυθοπλασίας τα τελευταία χρόνια. Με τις δουλειές του έφερε μια πιο κινηματογραφική ματιά, φροντίδα στη λεπτομέρεια και κυρίως σεβασμό στον θεατή και στις ιστορίες που αφηγείται. Εχει βοηθήσει πολύ στο να ανέβει το επίπεδο του οπτικοακουστικού χώρου, δείχνοντας ότι μπορούν να γίνουν ελληνικές σειρές με ποιότητα, ταυτότητα και διάρκεια. Και αυτό, νομίζω, έδωσε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη τόσο στο κοινό όσο και στους ανθρώπους που δουλεύουν στον χώρο.
Στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε τίποτα για το ποιος έκανε αυτή τη ληστεία στο κέντρο της Αθήνας σκάβοντας ένα τούνελ. Την ξέρατε καθόλου; Σας ιντριγκάρει ως ιστορία; Θα μπορούσαν απλοί καθημερινοί άνθρωποι, πληγωμένοι, ταπεινωμένοι από τη ζωή να είχαν κάνει αυτή τη ληστεία ή όχι;
Αυτή η ιστορία με προκαλεί ακριβώς γιατί παραμένει ανοιχτή. Την ήξερα ως αφήγηση που κυκλοφορεί εδώ και χρόνια, και αυτό το στοιχείο του ανεξιχνίαστου είναι που την κάνει τόσο γοητευτική και ταυτόχρονα τόσο ανθρώπινη. Θεωρώ πολύ πιθανό πίσω από αυτή τη ληστεία να βρίσκονταν απλοί, καθημερινοί άνθρωποι. Ανθρωποι πληγωμένοι, ή στριμωγμένοι από τη ζωή, που έφτασαν σε ένα ακραίο σημείο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δικαιολογείται η πράξη, αλλά ότι αξίζει να δούμε τι οδηγεί κάποιον εκεί. Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει την ιστορία διαχρονική: μας βάζει να αναρωτηθούμε πού μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος όταν νιώθει ότι δεν έχει άλλη διέξοδο.
Γιατί όταν ακούμε για ληστείες σε τράπεζες ταυτιζόμαστε πιο πολύ με τους κακοποιούς; Μήπως επειδή το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα έχει γίνει ληστρικό, έχει χρεοκοπήσει ζωές και ο άκρατος καπιταλισμός τρώει τις σάρκες του επηρεάζοντας την πολιτική και την κοινωνία; Μήπως γιατί τα πάντα στον δυτικό τρόπο ζωής είναι οικονομία;
Νομίζω ότι πολλές φορές ταυτιζόμαστε περισσότερο με τους «κλέφτες» γιατί δεν τους βλέπουμε μόνο ως παραβάτες, αλλά ως ανθρώπους που στέκονται απέναντι σε ένα σύστημα απρόσωπο και πανίσχυρο και άδικο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δικαιολογούμε τη βία ή την παρανομία. Σημαίνει όμως ότι ζούμε σε έναν κόσμο όπου τα πάντα συχνά μετρώνται με οικονομικούς όρους, και αυτό δημιουργεί θυμό, απογοήτευση και αδιέξοδο. Οταν η οικονομία μοιάζει να καθορίζει τις ζωές μας σε κάθε επίπεδο, είναι φυσικό να γεννιούνται ιστορίες και αφηγήσεις όπου ο άνθρωπος προσπαθεί, με λάθος ή ακραίο τρόπο, να πάρει πίσω τον έλεγχο. Και αυτές οι ιστορίες μάς αγγίζουν γιατί μιλούν για κάτι βαθιά υπαρκτό.
Για πείτε μας για τον ρόλο σας στο «Ριφιφί». Τα λεφτά δημιουργούν προβλήματα στη σχέση με τον άνδρα σας (σ.σ.: υποδύεται ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος) και το ζευγάρι φτάνει στον χωρισμό. Η φτώχεια φέρνει γκρίνια;
Στο «Ριφιφί» υποδύομαι την Ανθούλα, μια γυναίκα που αγαπά τον άνδρα της και προσπαθούν να σταθούν μαζί απέναντι στη ζωή. Υπάρχει αγάπη στη σχέση τους, όμως η καθημερινότητα τους πιέζει πολύ. Οι οικονομικές δυσκολίες, οι ατυχίες και η κούραση φέρνουν γκρίνια και ένταση, όχι γιατί δεν αγαπιούνται, αλλά γιατί το βάρος γίνεται μεγάλο. Ο άνδρας της, τον οποίο υποδύεται ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος, προσπαθεί κι εκείνος, αλλά οι συνθήκες τούς φθείρουν. Καμιά φορά τα απλά, καθημερινά προβλήματα είναι αυτά που ανοίγουν τις πιο μεγάλες ρωγμές, ειδικά όταν υπάρχουν παιδιά. Και για την Ανθούλα αυτό είναι πάνω απ’ όλα: τα παιδιά της και η ανάγκη να κρατηθεί όρθια μέσα σε μια δύσκολη πραγματικότητα.
Και μιας και μιλάμε για τα χρήματα. Σήμερα μπορεί ένας ηθοποιός να βιοποριστεί στο θέατρο, στην τηλεόραση όταν η ακρίβεια έχει πιάσει ταβάνι; Είναι δύσκολα τα πράγματα στον χώρο; Θα δουλεύατε και εκτός θεάτρου για να τα βγάλετε εις πέρας;
Το θέμα του βιοπορισμού δεν είναι κάτι καινούργιο για τους ηθοποιούς· πάντα υπήρχε. Η ακρίβεια σήμερα το κάνει πιο έντονο, αλλά οι άνθρωποι του θεάτρου και της τηλεόρασης έχουν μάθει διαχρονικά να δουλεύουν μέσα σε συνθήκες αβεβαιότητας. Δεν ήταν ποτέ ένας εύκολος ή εξασφαλισμένος χώρος. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να γίνουν αλλαγές και βελτιώσεις. Χρειάζεται ευελιξία, αντοχή και προσαρμοστικότητα. Προσωπικά, δεν θα είχα πρόβλημα να δουλέψω και εκτός θεάτρου αν χρειαστεί. Αυτό που έχει σημασία είναι να μπορείς να συνεχίζεις με αξιοπρέπεια και να στηρίζεις τον εαυτό σου, ώστε να μένει ζωντανή η αγάπη για τη δουλειά.

Είναι δύσκολο για τους νέους σήμερα να κάνουν οικογένεια και παιδιά; Με τους μισθούς κολλημένους και τα ενοίκια στα ύψη, μπορούν οι νέοι να δημιουργήσουν μια οικογένεια; Και το ρωτάω αυτό, γιατί έχετε και εσείς οικογένεια.
Ναι, είναι δύσκολο. Οι νέοι σήμερα καλούνται να πάρουν μεγάλες αποφάσεις μέσα σε συνθήκες μεγάλης ανασφάλειας. Οι μισθοί συχνά δεν ακολουθούν το κόστος ζωής, τα ενοίκια είναι υψηλά και αυτό δημιουργεί φόβο και αναβολή. Δεν είναι ότι οι νέοι δεν θέλουν οικογένεια· είναι ότι πολλές φορές δεν νιώθουν πως υπάρχουν οι βασικές προϋποθέσεις για να τη στηρίξουν. Εχοντας κι εγώ οικογένεια, καταλαβαίνω πολύ καλά τι ευθύνη και δύναμη χρειάζεται. Δεν είναι μόνο οικονομικό το ζήτημα, είναι και ψυχικό. Χρειάζεται στήριξη, σταθερότητα και ένα περιβάλλον που να μη σε κάνει να νιώθεις ότι παλεύεις μόνος σου. Κανείς δεν θα έπρεπε να αισθάνεται ενοχή επειδή δυσκολεύεται να κάνει το πιο φυσιολογικό πράγμα: να φτιάξει τη ζωή του.
Ποιος ο ρόλος σας στην σατιρική κωμωδία «Το σποτ»; Γίνεται χαμός με αυτήν την παράσταση, αρέσει πολύ στη νέα γενιά.
Στο «Σποτ» του Ζήση Ρούμπου υποδύομαι μια σπουδαία τραγωδό, μια ηθοποιό με μεγάλη ιδέα για το έργο και τον ρόλο της, που μπαίνει σε αυτό το εγχείρημα περιμένοντας κάτι εντελώς διαφορετικό. Στην πορεία όμως βρίσκει μπροστά της μια πραγματικότητα γεμάτη συγκρούσεις, ματαιώσεις και απρόοπτα, πολύ μακριά από αυτό που είχε φανταστεί. Από αυτή τη διάψευση γεννιέται η κωμωδία, αλλά και μια αλήθεια που κάνει τον ρόλο τόσο απολαυστικό όσο και αναγνωρίσιμο.
Οι ήρωες, αντί να γυρίσουν «Το σποτ» για την Ελλάδα, μαλλιοτραβιούνται. Τελικά ο διχασμός είναι το εθνικό μας σπορ, όπως λέει και η σπουδαία βυζαντινολόγος Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ;
Νομίζω ότι υπάρχει μια αλήθεια σε αυτό και γι’ αυτό λειτουργεί τόσο καλά και κωμικά. Οπως έχει επισημάνει και η Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ, ο διχασμός μάς ακολουθεί ιστορικά. Στο «Σποτ» αυτό φαίνεται καθαρά: ενώ υπάρχει ένας κοινός στόχος, οι ήρωες εγκλωβίζονται σε εγωισμούς, αντιπαραθέσεις και μικρές προσωπικές μάχες. Το έργο δεν το λέει με κακία, αλλά με χιούμορ και τρυφερότητα. Γελάμε με τον διχασμό γιατί τον αναγνωρίζουμε. Και ίσως αυτό το γέλιο είναι και μια ευκαιρία να δούμε τον εαυτό μας λίγο πιο καθαρά.
Είναι ευλογημένο οικόπεδο η χώρα μας. Η φύση της. Ο Χατζιδάκις, ωστόσο, έλεγε: «Ωραίο σκηνικό η Ελλάδα, αλλά τι κακή παράσταση». Το πιστεύετε και εσείς; Το σκηνικό υπέροχο, αλλά οι ήρωες δεν ανταποκρίνονται στους ρόλους τους;
Νομίζω πως η φράση του Μάνου Χατζιδάκι είναι σκληρή αλλά βαθιά ειλικρινής. Η Ελλάδα είναι πράγματι ένα ευλογημένο οικόπεδο, ένα σκηνικό που δύσκολα συναντάς αλλού. Το ερώτημα όμως δεν είναι το σκηνικό, αλλά πώς στεκόμαστε εμείς μέσα σε αυτό. Πολλές φορές δεν αξιοποιούμε όσα έχουμε, δεν συνεργαζόμαστε, δεν φροντίζουμε ούτε τον τόπο ούτε ο ένας τον άλλον. Κι εκεί ίσως εντοπίζεται η «κακή παράσταση». Παρ’ όλα αυτά θέλω να πιστεύω ότι υπάρχει πάντα η δυνατότητα να ξαναδιαβάσουμε τον ρόλο μας και να γίνουμε λίγο πιο συνειδητοί, λίγο πιο γενναιόδωροι με αυτόν τον τόπο που μας δόθηκε.
Πρόκειται για μια διαδραστική παράσταση, αν δεν κάνω λάθος. Το ίδιο το θέατρο γίνεται τόπο δράσης. Πώς βλέπουν οι θεατές αυτό το παιχνίδι;
Ναι, είναι διαδραστική παράσταση και οι θεατές συμμετέχουν ενεργά. Μπαίνουν στο παιχνίδι με μεγάλη χαρά, γελούν, αντιδρούν και το απολαμβάνουν πραγματικά. Το θέατρο γίνεται τόπος δράσης και δημιουργείται μια πολύ ζωντανή σχέση ανάμεσα στη σκηνή και την πλατεία. Αυτό κάνει κάθε παράσταση διαφορετική και γεμάτη ενέργεια, γιατί το κοινό δεν παρακολουθεί απλώς, αλλά γίνεται κομμάτι της εμπειρίας και αυτό το χαίρονται πάρα πολύ.
Νέο έτος, νέα αρχή, νέα ξεκινήματα. Τι εύχεστε σε όλο τον κόσμο και την ανθρωπότητα;
Ζούμε μικρές εστίες πολέμου παντού σαν να βλέπουμε τον Γ’ Παγκόσμιο σε τεύχη… Ουκρανία, Γάζα. Εύχομαι πάνω απ’ όλα ειρήνη. Οχι ως αφηρημένη έννοια, αλλά ως καθημερινή στάση ζωής. Να μπορέσουμε να ξαναδούμε τον άνθρωπο πίσω από τις ταμπέλες, τις πλευρές και τα σύνορα. Ζούμε σε έναν κόσμο πληγωμένο, όπου οι πόλεμοι μοιάζουν να «ξετυλίγονται» μπροστά μας σαν κεφάλαια μιας ατελείωτης ιστορίας βίας και απώλειας. Εύχομαι το νέο έτος να μας φέρει περισσότερη ενσυναίσθηση, λιγότερη βία και περισσότερη φροντίδα για τον διπλανό μας, για τα παιδιά, για το μέλλον. Και να μη συνηθίσουμε ποτέ τον πόνο του άλλου. Αυτό, νομίζω, είναι το πιο ουσιαστικό ξεκίνημα.
Από πού αντλείτε δύναμη για να συνεχίσετε τον αγώνα της καθημερινότητας; Από το ίδιο το θέατρο, την οικογένεια, το ευλογημένο οικόπεδο που λέγεται Ελλάδα; Από τον Θεό;
Αντλώ δύναμη από πολλά μικρά και μεγάλα πράγματα μαζί. Από το θέατρο, που μου θυμίζει ποια είμαι και γιατί διάλεξα αυτόν τον δρόμο. Από την οικογένειά μου, που είναι το πολυτιμότερο πράγμα που έχω, το στήριγμα και το καταφύγιό μου στις δύσκολες στιγμές. Αντλώ δύναμη από την πίστη στον εαυτό μου, από την πίστη μου στο απέραντο σύμπαν. Από την ιδέα ότι δεν είμαστε μόνοι, ότι υπάρχει κάτι μεγαλύτερο από εμάς που μας κρατά όρθιους όταν όλα μοιάζουν δύσκολα. Από αυτή τη σύνθεση αντλώ τη δύναμη να συνεχίζω, μέρα με τη μέρα. Και από την κάθε μέρα που ξυπνάω υγιής και αρτιμελής, έχοντας όλα τα εφόδια να ζήσω το όμορφο δώρο της ζωής.


