Τα επίσημα στοιχεία του διεθνούς οργανισμού τεκμηριώνουν ότι η χώρα μας διαθέτει εκπαιδευτικό σύστημα δύο ταχυτήτων. Αλλη η εκπαίδευση στην Αθήνα, άλλη στη νησιωτική και ορεινή Ελλάδα
Όπως σβήνει η ύπαιθρος, έτσι σβήνει και η εκπαίδευση στην περιφέρεια. Οπως δεν δίνονται κίνητρα για να μείνουν οι αγρότες στον τόπο τους και οδηγούνται στην εξαφάνιση για χάρη της Mercosur, όπως οι μικρές τοπικές επιχειρήσεις κλείνουν εκδικητικά η μία μετά την άλλη, έτσι ετοιμάζεται να μπει λουκέτο και στην παιδεία στην ελληνική περιφέρεια, ολοκληρώνοντας τον μαρασμό. Σιωπηλά, σταδιακά, χωρίς τυμπανοκρουσίες. Η μόρφωση μετατρέπεται σε προνόμιο των αστικών κέντρων, ενώ η χώρα οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα δύο ταχυτήτων.
Κι αυτό δεν είναι ακόμα μία εκτίμηση. Είναι το συμπέρασμα της ίδιας της έκθεσης του ΟΟΣΑ, η οποία έρχεται να αποδομήσει το κυβερνητικό αφήγημα περί «εκσυγχρονισμού» και «μεταρρυθμίσεων στην εκπαίδευση». Η πρόσφατη ανασκόπηση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης για την ελληνική παιδεία αποτελεί ράπισμα και καταγράφει μια πραγματικότητα βαθιά ανησυχητική, που κρούει καμπανάκια κινδύνου.

Εντονες κοινωνικές, γεωγραφικές και μορφωτικές ανισότητες, αδυναμία ουσιαστικής εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων και ένα σύστημα που αναπαράγει τη διάκριση μεταξύ κέντρου και περιφέρειας. Οπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο ΟΟΣΑ, «παρά τις μεταρρυθμίσεις που έχουν δρομολογηθεί, τα αποτελέσματα δεν είναι ισότιμα σε όλες τις περιοχές της χώρας», υπογραμμίζοντας ότι οι ανισότητες παραμένουν «μεγάλες και επίμονες».
Η έκθεση αποτυπώνει ξεκάθαρα ότι όπως σε άλλους τομείς έτσι και στην εκπαίδευση η χώρα μας δεν προσφέρει ίσες ευκαιρίες. Οι μαθησιακές επιδόσεις επηρεάζονται σε υπερβολικό βαθμό από το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο των μαθητών, ενώ η γεωγραφική θέση του σχολείου παίζει καθοριστικό ρόλο στην ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Με απλά λόγια, άλλο σχολείο στην Αθήνα, άλλο στη νησιωτική και ορεινή Ελλάδα.
Συρρίκνωση
Επιπλέον, ο ΟΟΣΑ προειδοποιεί ότι μεταξύ 2022 και 2031 ο πληθυσμός παιδιών ηλικίας 5 έως 14 ετών στην Ελλάδα αναμένεται να μειωθεί κατά 15%, μία από τις μεγαλύτερες μειώσεις στις χώρες του οργανισμού. Η συρρίκνωση αυτή πλήττει πρώτα και κυρίως την περιφέρεια, όπου σχολεία κλείνουν, τμήματα συγχωνεύονται και η εκπαιδευτική παρουσία αποδυναμώνεται. Την ίδια στιγμή ο ΟΟΣΑ καταγράφει σοβαρά δομικά προβλήματα και στο ανθρώπινο δυναμικό της εκπαίδευσης.
Η Ελλάδα διαθέτει έναν από τους πιο γηρασμένους εκπαιδευτικούς πληθυσμούς στον ανεπτυγμένο κόσμο. Το 2022 το ποσοστό εκπαιδευτικών ηλικίας άνω των 50 ετών έφτανε το 45% στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, το 56% στην Κατώτερη Δευτεροβάθμια και το 60% στην Ανώτερη Δευτεροβάθμια, ποσοστά σημαντικά υψηλότερα από τους μέσους όρους του ΟΟΣΑ. Την ίδια ώρα το ποσοστό νέων εκπαιδευτικών κάτω των 30 ετών παραμένει εξαιρετικά χαμηλό. Σύμφωνα με την έκθεση, «περισσότερο από το μισό εκπαιδευτικό δυναμικό της χώρας αναμένεται να συνταξιοδοτηθεί μέσα στα επόμενα 15 χρόνια».
Κι όμως, η κυβέρνηση δεν έχει παρουσιάσει κανένα συνεκτικό σχέδιο ανανέωσης του ανθρώπινου δυναμικού, ιδιαίτερα για τις απομακρυσμένες περιοχές, όπου τα κενά καλύπτονται συχνά με αναπληρωτές της τελευταίας στιγμής, σε μια συνεχή εικόνα προχειρότητας. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη δομή διακυβέρνησης της εκπαίδευσης. Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι η υπερβολικά συγκεντρωτική λειτουργία του συστήματος δυσκολεύει την προσαρμογή στις τοπικές ανάγκες.
Οπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, «η κεντρική διακυβέρνηση χρειάζεται προσεχτική διαχείριση, ώστε να μην περιορίζει την ικανότητα των σχολείων να ανταποκρίνονται στις τοπικές συνθήκες». Στην πράξη, όμως, η κυβέρνηση επιμένει σε ένα μοντέλο όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται κεντρικά, χωρίς ουσιαστική στήριξη των σχολικών μονάδων στην περιφέρεια.
Αυστηρές συστάσεις για την αξιολόγηση και τη λογοδοσία
Ο ΟΟΣΑ αποδομεί ευθέως και το κυβερνητικό αφήγημα περί «αυτονομίας των σχολείων». Ο διεθνής οργανισμός ξεκαθαρίζει ότι η αυτονομία δεν μπορεί να λειτουργεί ως επικοινωνιακό σύνθημα, αλλά απαιτεί ισχυρούς μηχανισμούς λογοδοσίας, ουσιαστική υποστήριξη και δυνατότητα προσαρμογής στις τοπικές ανάγκες. Γι’ αυτό φτάνει στο σημείο να προτείνει ρητά στη χώρα μας να αντλήσει παραδείγματα από κράτη όπως η Πορτογαλία και η Εσθονία, όπου η αυτονομία συνοδεύεται από σαφές εθνικό πλαίσιο και πραγματική ενίσχυση των σχολείων.

Η σύσταση αυτή εκθέτει ανεπανόρθωτα την κυβέρνηση, καθώς στη χώρα μας η «αυτονομία» εφαρμόζεται χωρίς προσωπικό, χωρίς υποδομές και χωρίς στήριξη, μετατρέποντας τα σχολεία -ιδίως της περιφέρειας- σε διοικητικά πειραματόζωα, που καλούνται να επιβιώσουν με λιγότερους πόρους και περισσότερες ευθύνες. Παράλληλα, η έκθεση αναδεικνύει τις σοβαρές ελλείψεις στην ψηφιακή ενσωμάτωση της διδασκαλίας. Οπως σημειώνεται, η χρήση ψηφιακών εργαλείων στην καθημερινή εκπαιδευτική πράξη παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, γεγονός που επιτείνει τις ανισότητες, ιδίως σε περιοχές με περιορισμένες υποδομές.
Η ψηφιακή μετάβαση, την οποία η κυβέρνηση επικαλείται συχνά, παραμένει περισσότερο εξαγγελία παρά πραγματικότητα. Ιδιαίτερα αποκαλυπτικές είναι και οι συστάσεις του ΟΟΣΑ για την αξιολόγηση και τη λογοδοσία. Το συμπέρασμα της έκθεσης είναι σαφές και ενοχλητικό για την κυβέρνηση: οι μεταρρυθμίσεις «δεν αρκούν». Δεν αρκούν για να μειώσουν τις ανισότητες που έχει προκαλέσει η συστηματική αδιαφορία. Δεν αρκούν για να συγκρατήσουν τον πληθυσμό στην περιφέρεια. Δεν αρκούν για να διασφαλίσουν ίσες μορφωτικές ευκαιρίες. Η εκπαίδευση στην Ελλάδα, όπως καταγράφει ο ΟΟΣΑ, κινδυνεύει να μετατραπεί σε μηχανισμό αναπαραγωγής κοινωνικών και γεωγραφικών ανισοτήτων.
Κι ενώ η κυβέρνηση μιλά γενικά κι αόριστα για «τολμηρές αλλαγές», ο διεθνής οργανισμός περιγράφει μια παιδεία που λειτουργεί άνισα, με ελλείψεις, με γηρασμένο προσωπικό, με αδύναμη στήριξη της περιφέρειας και με ένα δημογραφικό ρολόι που χτυπά αμείλικτα. Οταν η μόρφωση περιορίζεται στα αστικά κέντρα, όταν τα σχολεία της περιφέρειας αδειάζουν, τότε δεν μιλάμε απλώς για εκπαιδευτικό πρόβλημα. Μιλάμε για εθνικό ζήτημα. Και αυτό ακριβώς είναι που, πίσω από τις τεχνικές διατυπώσεις, λέει ο ΟΟΣΑ, εκθέτοντας μια κυβέρνηση που επενδύει σε ψεύδη που έχουν ημερομηνία λήξης.