Ο πρωθυπουργός, χωρίς να ανοίξει τα χαρτιά του, αμαυρώνει την κορυφαία διαδικασία του δημοκρατικού πολιτεύματος για να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη και να αλλάξει τη ζοφερή γι’ αυτόν πολιτική ατζέντα
Μετατρέποντας μια κορυφαία συνταγματική διαδικασία σε υπόθεση εσωκομματικής κατανάλωσης και εξυπηρέτησης μικροπολιτικών σκοπών και σε μια χρονική συγκυρία έντονης πολιτικής πίεσης και συνεχής φθοράς, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να εργαλειοποιήσει με τον χειρότερο τρόπο τη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, πυροδοτώντας πλήθος αντιδράσεων.
Αντί για μια θεσμικά συμπεριληπτική πρωτοβουλία, ο πρωθυπουργός εκκίνησε τη διαδικασία με μια επιστολή αποκλειστικά προς τους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, εγκαινιάζοντας μια εσωτερική διαβούλευση «γαλάζιας» κοπής προτού καν απευθυνθεί στα κόμματα της αντιπολίτευσης.
Στο διάγγελμά του ο πρωθυπουργός, με το βλέμμα στραμμένο στο… ταραγμένο εσωτερικό του κόμματός του, υποστήριξε ότι «σήμερα ανοίγουμε τον διάλογο για τη συνταγματική αναθεώρηση, κάνοντας πράξη ακόμα μία θεσμική μας δέσμευση», διευκρινίζοντας, ωστόσο, ότι «ως πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας θέλησα να έχω πρώτα τις απόψεις της Κοινοβουλευτικής μας Ομάδας».
Η επιλογή αυτή υποτιμά και ναρκοθετεί εξαρχής τον διάλογο σε αυτή την κορυφαία διαδικασία, που, όπως ο κ. Μητσοτάκης παραδέχθηκε, αφορά «συνολικά τη δημόσια ζωή και τον κάθε πολίτη ξεχωριστά» και όχι τα στενά όρια της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Παρά τις επικοινωνιακές διακηρύξεις περί ανάγκης υπέρβασης της «τοξικότητας και της στείρας κομματικής περιχαράκωσης», η πρωτοβουλία φέρει τα χαρακτηριστικά μιας «Ι.Χ.» συνταγματικής αναθεώρησης: σχεδιασμένης, παρουσιασμένης και ελεγχόμενης για να εξυπηρετήσει τις μικροκομματικές επιδιώξεις του «ασθμαίνοντος» κυβερνώντος κόμματος.
Ετσι, μια διαδικασία θεσμικής βαρύτητας κινδυνεύει να εξελιχθεί από τα πρώτα βήματα σε επικοινωνιακή φούσκα, με δομικά προβληματική αφετηρία και σαφή στόχο την πολιτική διαχείριση της συγκυρίας, παρά τη συγκρότηση ενός ευρύτερου εθνικού συνταγματικού διαλόγου.
Ο κ. Μητσοτάκης, αναφερόμενος στο Σύνταγμα του 1975, έκανε λόγο για ένα κείμενο που «εξασφάλισε ομαλότητα και πολιτική σταθερότητα», αλλά το χαρακτήρισε ταυτόχρονα προϊόν του «20ού αιώνα», υποστηρίζοντας ότι «είναι καιρός να τολμήσουμε μεγάλες τομές». Επικαλέστηκε μάλιστα τις «μεγάλες προκλήσεις της εποχής», όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη και η κλιματική κρίση, προκειμένου να θεμελιώσει την ανάγκη αναθεώρησης, παρουσιάζοντας ένα πακέτο αλλαγών με έντονο ιδεολογικό και πολιτικό αποτύπωμα.
Κεντρικό «τυράκι» του πρωθυπουργικού αφηγήματος αποτέλεσε το άρθρο 86. Ο κ. Μητσοτάκης επανέλαβε ότι «πιστεύω βαθιά στην αποφασιστικότερη συμμετοχή τακτικών δικαστών σε υποθέσεις τυχόν ποινικής ευθύνης υπουργών», σημειώνοντας ότι «την αλλαγή του άρθρου 86 την υπερασπίζομαι εδώ και 20 χρόνια».
Κοινωνική δυσπιστία
Η αναφορά αυτή ερμηνεύεται αναμφίβολα ως μια προσπάθεια να αμβλύνει την έντονη κοινωνική δυσπιστία, εμφανίζοντας μια αιχμή που επιχειρεί να λειτουργήσει εξισορροπητικά απέναντι σε μια συνολική πρόταση με σαφές κομματικό πρόσημο. Παράλληλα, ο πρωθυπουργός έθεσε στο τραπέζι, με επιφανειακό τρόπο, ζητήματα όπως η «μάχη με το βαθύ κράτος», η «διαρκής αξιολόγηση» στη Δημόσια Διοίκηση και η «έννοια της μονιμότητας σε εντελώς νέα βάση», ενώ επανέφερε την άρση του «αναχρονιστικού μονοπωλίου στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση» και την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάχθηκαν η καθιέρωση μιας εξαετούς θητείας για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και η «μεγαλύτερη, πιο ουσιαστική συμμετοχή των ίδιων των δικαστών στην επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων». Στην επιστολή του προς τους βουλευτές της Ν.Δ., ο κ. Μητσοτάκης περιγράφει μια αναθεώρηση που θα διασφαλίζει «τη μόνιμη δημοσιονομική ισορροπία», θα κατοχυρώνει κανόνες κυβερνητικής λειτουργίας και θα θωρακίζει τη χώρα από «επικίνδυνα μονοπάτια του λαϊκισμού», ενώ την ίδια στιγμή κάνει λόγο για την ανάγκη δημιουργίας «ευρύτερων συναινέσεων», χωρίς όμως αυτές να αποτυπώνονται στην εκκίνηση της διαδικασίας που απέκτησε ξεκάθαρα «γαλάζιο» χρώμα.
Πυρά από τον Βενιζέλο που συνιστά στον πρωθυπουργό «σοβαρότητα»
Με δικαιολογημένη καχυποψία και επικριτικά σχόλια αντιμετώπισε ο πολιτικός κόσμος το χθεσινό διάγγελμα του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη περί αναθεώρησης του Συντάγματος. Η υποκριτική προσπάθειά του, λένε στη «δημοκρατία» κορυφαίοι πολιτικοί παράγοντες, «πέφτει στο κενό», διότι μοναδική του μέριμνα αποτελεί η «αλλαγή ατζέντας και όχι κάποιο θεσμικό ενδιαφέρον».
Το συνόψισε καίρια ο Βαγγέλης Βενιζέλος, πρωταγωνιστής δύο συνταγματικών αναθεωρήσεων, παρατηρώντας: «Ο σεβασμός του Συντάγματος προηγείται της αναθεώρησής του, αυτή είναι η αρχή που πρέπει να διαπερνά όλες μας τις αντιδράσεις σε σχέση με την αναθεώρηση του Συντάγματος. Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι συνταγματικό, είναι η βαθιά κρίση αξιοπιστίας των θεσμών και η διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου της Μεταπολίτευσης».
Βλέποντας τη θεσμική κουρελαρία της χώρας στα χέρια του Κ. Μητσοτάκη, ο κ. Βενιζέλος επιμένει στην άποψη-ράπισμα, που ενοχλεί βαθιά το Μαξίμου, ότι «πρέπει η χώρα να καταστεί έστω τυπικά διακυβερνήσιμη πριν το Σύνταγμα καταστεί αναθεωρήσιμο». Αποφαίνεται δε ότι «το δε βασικό ερώτημα για την επόμενη Βουλή είναι αν μπορεί να αναδείξει κυβέρνηση πριν επιληφθεί της αναθεώρησης».
Αυτά κατά τον κορυφαίο συνταγματολόγο απαιτούν ένα πεδίο συναινέσεων, την ώρα που «η παρούσα Βουλή, που δεν μπορεί να επιλέξει τα μέλη των ανεξάρτητων Αρχών με την ειδική πλειοψηφία που απαιτεί το Σύνταγμα, δύσκολα μπορεί να επιτύχει τις αναγκαίες αναθεωρητικές συναινέσεις, ενώ διεξάγεται η αποκαλυπτική δίκη των υποκλοπών στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και ενώ λειτουργεί, όπως λειτουργεί, η εξεταστική επιτροπή για τον ΟΠΕΚΕΠΕ».
Ο κ. Βενιζέλος συνιστά στον Κ. Μητσοτάκη «σοβαρότητα», καλώντας τον «να έχουμε πλήρη αίσθηση των ορίων που θέτει η πολλαπλότητα των έννομων τάξεων», τις οποίες στην περίπτωση της Βενεζουέλας ο πρωθυπουργός έδειξε να αγνοεί.
«Συνιστά υποκρισία ο πρωθυπουργός που εργαλειοποίησε το άρθρο 86 για να προστατεύσει τους υπουργούς και έχει μετατρέψει το κράτος σε κομματικό φέουδο χωρίς αξιοκρατία να ζητά εμπιστοσύνη για την αναθεώρηση» σχολίασε το ΠΑΣΟΚ. «Υποκρισία Μητσοτάκη να μιλά για την αναθεώρηση του Συντάγματος που έχει καταστρατηγήσει επανειλημμένα και βάναυσα» δήλωσε ο ΣΥΡΙΖΑ. «Δεν είναι αναθεώρηση, είναι μπάζωμα» τόνισε η Νε.Αρ.