Το πρόγραμμα της συνάντησης – Με Navtex και Notam στο παρασκήνιο
Στην Άγκυρα μεταβαίνει σήμερα, Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, προκειμένου να συναντηθεί με τον πρόεδρο της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν και να συμμετάσχει στην 6η Σύνοδο του Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας. Πρόκειται για μια χρονική συγκυρία κατά την οποία η τουρκική πλευρά έχει κλιμακώσει τη ρητορική και τις ενέργειές της στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο κι ως εκ τούτου, η κοινή γνώμη αναμένει με ενδιαφέρον τα όσα θα συζητηθούν.
Σύμφωνα με τον προγραμματισμό, στις 15:15 (ώρα Ελλάδας) θα πραγματοποιηθεί η κατ’ ιδίαν συνάντηση των δύο ηγετών. Θα ακολουθήσει η συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας, ενώ στις 17.00 προβλέπονται κοινές δηλώσεις στον Τύπο. Η επίσκεψη θα ολοκληρωθεί με επίσημο δείπνο που θα παραθέσει ο Τούρκος πρόεδρος προς τιμήν του Έλληνα πρωθυπουργού και της ελληνικής αντιπροσωπείας. Υπενθυμίζεται ότι η προηγούμενη σύνοδος του Συμβουλίου είχε πραγματοποιηθεί στην Αθήνα το 2023.
Ωστόσο, η επιλογή της κυβέρνησης να συνεχίσει το πλαίσιο υψηλού επιπέδου επαφών προκαλεί ερωτήματα, δεδομένου ότι το τελευταίο διάστημα η Άγκυρα έχει εκδώσει επανειλημμένες Navtex και Notam που αμφισβητούν ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, ενώ διατηρεί σταθερά αναθεωρητική ρητορική.
Παρά το γεγονός ότι, όπως αναγνωρίζεται, δεν υπάρχει σύγκλιση ως προς την έναρξη διαδικασίας για τη μοναδική διαφορά που η Αθήνα αποδέχεται ότι μπορεί να παραπεμφθεί σε διεθνή δικαιοδοσία -την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο- η κυβέρνηση επιμένει στη διατήρηση του διαλόγου με στόχο, όπως αναφέρει, την ηρεμία στις διμερείς σχέσεις.
Σε ανακοίνωσή του το υπουργείο Εξωτερικών σημείωσε: «Επιδιώκουμε εμπράκτως την ειρήνη και τις σχέσεις καλής γειτονίας». Την ίδια ώρα, η εκπρόσωπος του υπουργείου ξεκαθάρισε ότι οι τουρκικές Navtex και Notam απορρίπτονται ως παράνομες και αβάσιμες -μια θέση που, ωστόσο, δεν συνοδεύεται από κάποια εμφανή αλλαγή τακτικής ή αναστολή των διμερών διαδικασιών.
Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η συνέχιση των συναντήσεων κορυφής, χωρίς προηγούμενη αποκλιμάκωση από τουρκικής πλευράς, ενισχύει πράγματι τη σταθερότητα ή ερμηνεύεται ως ανοχή απέναντι σε πρακτικές που η ίδια η Αθήνα χαρακτηρίζει παράνομες. Σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, η κυβερνητική στρατηγική επιλέγει τη διατήρηση ανοικτών διαύλων, παρά τις ενδείξεις ότι η άλλη πλευρά δεν έχει μεταβάλει τη βασική της στάση.
Η σημερινή συνάντηση στην τουρκική πρωτεύουσα αποκτά έτσι βαρύνουσα πολιτική σημασία, όχι μόνο για τα ελληνοτουρκικά, αλλά και για τον εσωτερικό διάλογο γύρω από τα όρια και τις προϋποθέσεις του διπλωματικού διαλόγου με μια χώρα που συνεχίζει να προβάλλει αμφισβητήσεις στο πεδίο.