Πώς τα ακίνητα που εκπλειστηριάζονται μέσω ενός ενοποιημένου οικονομικού κυκλώματος ιδίων συμφερόντων, καταλήγουν σε μία θυγατρική με μοναδικό μέτοχο την ίδια την τράπεζα
- Γράφει η
Αριάδνη Νούκα, δικηγόρος
Το σύστημα διαχείρισης των «κόκκινων» δανείων εμφανίζεται στην επιφάνεια ως ένα πλέγμα διακριτών νομικών προσώπων. Τράπεζες, funds, εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers), εταιρίες απόκτησης και διαχείρισης ακινήτων. Καθεμία με αυτοτελή νομική προσωπικότητα, διακριτή ευθύνη και υποτίθεται ανεξάρτητη λειτουργία.
Στην πράξη, όμως, αναδύεται μια διαφορετική εικόνα ενός ενοποιημένου οικονομικού κυκλώματος συμφερόντων με κοινή στρατηγική και αλληλοσυνδεόμενη εταιρική δομή. Το σχήμα λειτουργεί ως εξής: η τράπεζα μεταβιβάζει χαρτοφυλάκιο μη εξυπηρετούμενων δανείων σε fund. Το fund, συχνά, δεν αποτελεί απολύτως ανεξάρτητο φορέα, διότι η εταιρία ειδικού σκοπού που τιτλοποιεί τις απαιτήσεις των δανείων είναι θυγατρικό εταιρικό σχήμα.
Τη διαχείριση των απαιτήσεων αναλαμβάνει servicer, στον οποίο η ίδια τράπεζα διατηρεί μετοχική συμμετοχή ή στρατηγική επιρροή. Ο servicer, ενεργώντας στο όνομα της εταιρίας ειδικού σκοπού, επισπεύδει μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης: διαταγές πληρωμής, κατασχέσεις, πλειστηριασμούς.
Και στο τελικό στάδιο της διαδικασίας, το ακίνητο που εκπλειστηριάζεται συχνά αποκτάται από άλλη εταιρία του ίδιου ομίλου, μία θυγατρική με μοναδικό μέτοχο την ίδια την τράπεζα. Ο κύκλος έτσι κλείνει. Η απαίτηση αποσπάται λογιστικά από την τράπεζα, μεταφέρεται σε συνδεδεμένο εταιρικό σχήμα, ενεργοποιείται διαχειριστικά μέσω servicer με κοινή εταιρική αναφορά και τελικώς το περιουσιακό στοιχείο επανέρχεται, μέσω άλλης θυγατρικής, στον ίδιο τραπεζικό όμιλο. Ο τυπικός διαχωρισμός των νομικών προσώπων δεν αναιρεί την ουσιαστική οικονομική ενότητα.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι η νομιμότητα κάθε επιμέρους πράξης μεμονωμένα. Είναι η συνολική δομική αρχιτεκτονική. Οταν τα εμπλεκόμενα σχήματα συνδέονται μέσω μετοχικών σχέσεων κοινής στρατηγικής και ενοποιημένης επιχειρηματικής στόχευσης, ο διαχωρισμός λειτουργεί περισσότερο ως νομική τεχνική, παρά ως πραγματική διαφοροποίηση συμφερόντων.
Αυτό δημιουργεί μια σειρά σοβαρών ερωτημάτων:
- Πόσο ουσιαστικός είναι ο διαχωρισμός εντολέα και διαχειριστή;
- Υφίσταται πραγματική ανεξαρτησία στις αποφάσεις ρευστοποίησης;
- Ποιος φέρει την τελική ευθύνη, όταν το ίδιο οικονομικό κέντρο ωφελείται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας;
Η πολυεπίπεδη αυτή διάρθρωση δύναται να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης κινδύνου και ευθυνών. Η τράπεζα εμφανίζεται αποστασιοποιημένη από την αναγκαστική εκτέλεση. Η εταιρία ειδικού σκοπού προβάλλεται ως ανεξάρτητο σχήμα. Ο servicer ως απλός διαχειριστής. Ωστόσο, η οικονομική πραγματικότητα αποτυπώνει ενιαία κατεύθυνση και κοινό συμφέρον.
Ο τυπικός διαχωρισμός των νομικών προσώπων δεν αναιρεί την ουσιαστική ενότητα στρατηγικής. Αντιθέτως, η πολυεπίπεδη αυτή διάρθρωση δημιουργεί μια τεχνητή νομική αποστασιοποίηση, η οποία λειτουργεί ως μηχανισμός παράκαμψης κανονιστικών εγγυήσεων. Το αποτέλεσμα είναι μια σιωπηρή αλλά βαθιά αναδιανομή πλούτου. Περιουσίες μιας ζωής μετακινούνται μέσω διαδικασιών ρευστοποίησης από αλληλοσυνδεόμενα εταιρικά σχήματα και καταλήγουν στον ίδιο οικονομικό πυρήνα. Δεν πρόκειται για μια ουδέτερη οικονομική εξέλιξη, αλλά για μεταβολή που επηρεάζει την κοινωνική δομή και τις ισορροπίες ισχύος.
Οταν η απώλεια κατοικιών και επιχειρηματικής περιουσίας αποκτά μαζικά χαρακτηριστικά, παύει να είναι ατομική υπόθεση και μετατρέπεται σε συλλογικό ζήτημα. Η κοινωνική συνοχή δοκιμάζεται, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς φθίνει και ανακύπτει το κρίσιμο ερώτημα: αν το κράτος δικαίου λειτουργεί ως πραγματικό αντίβαρο στη συγκεντρωμένη οικονομική ισχύ ή αν περιορίζεται σε μια τυπική επιβεβαίωση διαδικασιών χωρίς ουσιαστικό κοινωνικό έρεισμα.



