Σε τροχιά εσωτερικής αμφισβήτησης ο Μητσοτάκης! Οι σκιές από τη συμφωνία με τη Chevron και τα σκάνδαλα βαραίνουν το Μαξίμου
Η εικόνα που εκπέμπει το τελευταίο διάστημα η κυβερνητική παράταξη δεν θυμίζει μηχανισμό που ετοιμάζεται να αλλάξει ατζέντα για να εισέλθει με ορμή στην προεκλογική περίοδο, αλλά ένα «στρατόπεδο» που παραπαίει και βασίζεται στην ανυπαρξία της αντιπολίτευσης, επιχειρώντας να ελέγξει τις εστίες εσωτερικής αποσταθεροποίησης. Παρά τη συντονισμένη επιχείρηση να αντιστραφεί η ατζέντα, η δημόσια συζήτηση επιστρέφει διαρκώς στα ίδια: χαμηλά δημοσκοπικά ποσοστά, φθορά στην κυβερνητική εικόνα και ανοιχτά μέτωπα στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας. Το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να επιβάλει νέο αφήγημα, όμως κάθε πρωτοβουλία επισκιάζεται από παρεμβάσεις κορυφαίων στελεχών που δείχνουν ότι η αμφισβήτηση δεν περιορίζεται στην αντιπολίτευση, αλλά διαπερνά τον ίδιο τον πυρήνα της παράταξης.
Τα εθνικά ζητήματα αποτελούν μείζον κεφάλαιο σε αυτό το κλίμα αποδρομής, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να είναι απομονωμένος οριζόντια, καθώς καταγγέλλεται και από όλες πλέον τις «τάσεις» εντός και εκτός των «γαλάζιων» τειχών, με τον ίδιο προσπαθώντας ταυτόχρονα να ισορροπήσει σε ένα πολύ λεπτό σκοινί το οποίο διαρκώς ταλαντώνουν οι ύποπτες πρωτοβουλίες του.
Η αποκάλυψη της «Εστίας» σχετικά με το περιεχόμενο της σύμβασης μεταξύ του αμερικανικού κολοσσού Chevron και του ελληνικού κράτους έφερε στο φως ρήτρες που προκαλούν εύλογα ερωτήματα για τη θωράκιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, καθώς γίνεται ρητή αναφορά σε όρους «αποχώρησης» της εταιρίας από «μέρος που θα μπορούσε να μην αποτελεί μέρος της ελληνικής υφαλοκρηπίδας ή ΑΟΖ». Οσα είδαν το φως της δημοσιότητας αποτέλεσαν το έναυσμα για ακόμη μία μετωπική επίθεση του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά κατά της κυβέρνησης, αλλά πυροδότησαν και νέα επεισόδια στην εσωκομματική μουρμούρα που αποτελεί πια καθημερινό φαινόμενο στην Πειραιώς.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι ότι αμφίπλευρα ξιφουλκεί και ο Δημήτρης Αβραμόπουλος, όπως προκύπτει από άρθρο του που φιλοξενεί σήμερα η «κυριακάτικη δημοκρατία» (στη σελίδα 45) και στο οποίο καταγράφει ριζική διαφωνία με την ασκούμενη εξωτερική πολιτική, αφήνοντας σαφείς αιχμές για υπονόμευση της «στρατηγικής αυτονομίας» της χώρας.
Σημείο καμπής αποτελεί δεδομένα και η έντονη δραστηριότητα που καταγράφει ο Νίκος Δένδιας, ο οποίος επέλεξε να μιλήσει δημόσια για «αγωνίες» ως προς τα ποσοστά της Ν.Δ. και για ανάγκη επιστροφής στο «DNA» της.
Η διατύπωση δεν πέρασε ως απλή πολιτική επισήμανση. Στο εσωτερικό της παράταξης ερμηνεύτηκε ως μήνυμα ότι η κυβερνητική στρατηγική απομακρύνεται σταθερά από τις ιδεολογικές σταθερές που συγκροτούσαν το αφήγημα της Ν.Δ. τα προηγούμενα χρόνια. Η παρέμβαση ήρθε να προστεθεί, όπως προείπαμε, σε μια σειρά δηλώσεων και υπαινιγμών από πρώην πρωθυπουργούς και ιστορικά στελέχη, δημιουργώντας την αίσθηση ότι η συζήτηση για την πορεία της κυβέρνησης έχει μεταφερθεί πλέον στο εσωτερικό της με άγνωστη εξέλιξη.
Οι παρεμβάσεις των Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά, με έμφαση σε εθνικά ζητήματα, ενεργειακές συμφωνίες και τη στρατηγική των «ήρεμων νερών» με την Τουρκία, διατηρούν σε υψηλή ένταση την εσωκομματική πίεση. Η κριτική τους δεν είναι αποσπασματική. Διαμορφώνει ένα συνεκτικό αφήγημα που αμφισβητεί τη συνολική κατεύθυνση της κυβέρνησης και ενισχύει την εικόνα ότι η Ν.Δ. έχει απομακρυνθεί από τις παραδοσιακές της θέσεις.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πιθανή απουσία του Κώστα Καραμανλή από το επικείμενο συνέδριο του Μαΐου συζητείται έντονα, καθώς μια τέτοια εξέλιξη θα λειτουργούσε ως ισχυρό πολιτικό μήνυμα αποστασιοποίησης. Η αντίδραση του πρωθυπουργού, με σαφώς πιο επιθετικό τόνο στο πρόσφατο υπουργικό συμβούλιο απέναντι στον Αντώνη Σαμαρά, επιβεβαίωσε ότι η ένταση έχει περάσει σε νέα φάση. Η επιλογή να εγκαταλειφθεί η μέχρι πρότινος «αστική ευγένεια» και να δοθούν απαντήσεις σε εσωτερική κριτική δείχνει ότι το Μέγαρο Μαξίμου αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο εδραίωσης ενός κλίματος γενικευμένης αμφισβήτησης.
Στο παρασκήνιο, εντείνεται η ανησυχία για διαρροές προς τα δεξιά της Ν.Δ., με κινήσεις υψηλού συμβολισμού να επιχειρούν να ανακόψουν τη φυγή ψηφοφόρων από τα δεξιά. Η επίσκεψη του πρωθυπουργού στον Εβρο και η επαναφορά της ρητορικής περί σκληρής μεταναστευτικής πολιτικής εντάσσονται σε αυτή τη στρατηγική. Ωστόσο, τέτοιες κινήσεις δεν φαίνεται να επαρκούν για να αναστρέψουν το κλίμα, όταν η εσωτερική συζήτηση κυριαρχείται από ζητήματα ταυτότητας και ηγεσίας. Το βασικό πρόβλημα για το κυβερνητικό επιτελείο δεν είναι απλώς η ύπαρξη εσωκομματικών διαφοροποιήσεων, αλλά η χρονική συγκυρία στην οποία αυτές εκδηλώνονται.
Με τη φθορά να καταγράφεται σε δημοσκοπήσεις και τη δυσαρέσκεια να εντείνεται, κάθε εσωτερική παρέμβαση αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα και πολιτικό αντίκτυπο. Το μοτίβο που διαμορφώνεται είναι μιας κυβέρνησης που καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα εξωτερική πίεση και εσωτερική δυσπιστία, χωρίς να έχει βρει τον τρόπο να επανακτήσει τον πλήρη έλεγχο της ατζέντας. Αναμφίβολα ένα σημαντικό μερίδιο για τον πανικό που επικρατεί στο Μέγαρο Μαξίμου ανήκει και στα σκάνδαλα που παραμένουν και στοιχειώνουν τις προσπάθειες του πρωθυπουργικού επιτελείου να κάνουν πράξη τη φυγή προς τα εμπρός που εξαντλείται σε επίπεδο ρητορικής χωρίς να μπορεί να λάβει σάρκα και οστά.
Τα Τέμπη, ο ΟΠΕΚΕΠΕ και το σκάνδαλο των υποκλοπών μοιάζουν εκ διαμέτρου διαφορετικές υποθέσεις, όμως εμφανίζουν μερικά πολύ κρίσιμα κοινά χαρακτηριστικά. Τα κυριότερα είναι το απροκάλυπτο αίσθημα αλαζονείας και η καθεστωτική αντίληψη με την οποία αντιμετώπισε το Μέγαρο Μαξίμου αυτές τις υποθέσεις, θεωρώντας ότι μπορεί να… ξεμπλέξει δίχως ουσιαστική λογοδοσία και απόδοση ευθυνών. Ομως, παρά τις αδιάκοπες προσπάθειες συγκάλυψης και αποποίησης ευθυνών, οι σκανδαλώδεις υποθέσεις βρίσκονται διαρκώς στο επίκεντρο της πολιτικής σκηνής με δυσώδεις εξελίξεις που βαραίνουν όλο και περισσότερο τη δράση του πρωθυπουργικού μεγάρου.
Τα επικοινωνιακά παιχνίδια δεν αλλάζουν το κλίμα δυσαρέσκειας
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη προσπαθεί να αλλάξει ατζέντα και να προβάλει κοινωνικοοικονομικά μέτρα. Οι αναφορές σε φοροελαφρύνσεις και αυξήσεις μισθών εν όψει ΔΕΘ παραμένουν σε επίπεδο προθέσεων, χωρίς συγκεκριμένες δεσμεύσεις. Η απουσία εξειδίκευσης ενισχύει την εντύπωση ότι πρόκειται για προαναγγελίες με επικοινωνιακό χαρακτήρα, που στοχεύουν περισσότερο στην ανάσχεση της δημοσκοπικής φθοράς παρά στην άμεση ανακούφιση των πολιτών. Η κυβέρνηση φαίνεται να επιδιώκει να κερδίσει χρόνο, όμως ο πολιτικός χρόνος λειτουργεί πλέον πιεστικά.
Συμπερασματικά, η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται σε φάση όπου οι εσωτερικές αντιθέσεις δεν μπορούν πλέον να υποβαθμιστούν ως «παραφωνίες». Αποτελούν δομικό στοιχείο της πολιτικής συγκυρίας και λειτουργούν ως επιταχυντής της φθοράς. Το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να αντιδράσει, όμως η αίσθηση είναι ότι βρίσκεται σε διαρκή κι αναποτελεσματική άμυνα. Αν η κατάσταση δεν εκτονωθεί, το επόμενο διάστημα κινδυνεύει να χαρακτηριστεί από παρατεταμένη εσωτερική αμφισβήτηση, η οποία θα καθιστά ακόμη δυσκολότερη κάθε προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της πολιτικής ατζέντας.


