Σε μια προκλητική προσπάθεια να διαγράψει τις σκιές που βαραίνουν το όνομά του, ο Κώστας Τσιάρας εμφανίστηκε σήμερα στον ΣΚΑΪ όχι ως ελεγχόμενος από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, αλλά ως τιμητής της δικαστικής έρευνας. Ο πρώην υπουργός, που εμπλέκεται στη δικογραφία-μαμούθ για τις αυθαιρεσίες στον ΟΠΕΚΕΠΕ, έσπευσε να βγάλει το δικό του «πόρισμα» αθωότητας, ανακοινώνοντας μάλιστα με θράσος ότι θα είναι ξανά υποψήφιος στις επόμενες εκλογές, αδιαφορώντας για το πολιτικό βάρος των κατηγοριών.
Επιχείρηση υποτίμησης του σκανδάλου
Η γραμμή άμυνας του κ. Τσιάρα βασίστηκε στην πλήρη υποτίμηση των ευρημάτων της δικογραφίας. Ισχυρίστηκε ότι η κατηγορία για ηθική αυτουργία αφορά εξευτελιστικά ποσά της τάξης των 190 ευρώ, κατηγορώντας εμμέσως πλην σαφώς τους δικαστικούς λειτουργούς ότι δεν γνωρίζουν τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς. Παρουσίασε το σκάνδαλο ως μια απλή «διευκρινιστική» επικοινωνία ενός συνεργάτη του, προσπαθώντας να πείσει ότι οι 22.900 ευρώ που του καταλογίζονται είναι προϊόν λογιστικού λάθους των αρχών.
Το «ρουσφέτι» βαφτίστηκε βουλευτικό καθήκον
Σε μια κίνηση που προκαλεί το δημόσιο αίσθημα, ο πρώην υπουργός επιχείρησε να νομιμοποιήσει τις παρεμβάσεις πολιτικών γραφείων σε δημόσιους οργανισμούς. Ισχυρίστηκε ότι αν ο βουλευτής δεν «μεταφέρει» τα αιτήματα των πολιτών —ακόμα και όταν αυτά αφορούν οικονομικές ενισχύσεις που ελέγχονται— τότε ο κοινοβουλευτισμός είναι «διακοσμητικός». Ουσιαστικά, ο κ. Τσιάρας περιέγραψε το πελατειακό κράτος ως τον πυρήνα της δημοκρατίας, βαφτίζοντας την προνομιακή μεταχείριση ημετέρων ως «φωνή του αδύναμου πολίτη».
Πολιτική επιβίωση πάνω από όλα
Παρά την παραίτησή του, η οποία έγινε υπό το βάρος των αποκαλύψεων, ο κ. Τσιάρας ξεκαθάρισε ότι δεν σκοπεύει να ιδιωτεύσει. Η ανακοίνωση της νέας υποψηφιότητάς του αποτελεί ευθεία πρόκληση, καθώς την ώρα που η Βουλή καλείται να άρει την ασυλία του, ο ίδιος προεξοφλεί την ετυμηγορία των αρχών και ζητά ξανά την ψήφο των πολιτών. Ταυτόχρονα, κράτησε αποστάσεις από τις πρωθυπουργικές εξαγγελίες για το ασυμβίβαστο βουλευτή-υπουργού, δείχνοντας ότι η προσωπική του πολιτική επιβίωση και η διατήρηση των παλαιοκομματικών προνομίων παραμένουν η μοναδική του προτεραιότητα.