Άνοδος στις πωλήσεις σούπερ μάρκετ
Η εικόνα της ελληνικής αγοράς σούπερ μάρκετ, σύμφωνα με τα στοιχεία της εταιρείας ερευνών Circana, επιβεβαιώνει τη διαρκή ανάπτυξη του κλάδου, αν και με σαφή εξάρτηση από τις ανατιμήσεις και λιγότερο από την αύξηση της κατανάλωσης σε όγκο.
Σε επίπεδο συνολικής αγοράς FMCG, ο κύκλος εργασιών αυξήθηκε κατά 6,1% το 2025, φτάνοντας τα 14,1 δισ. ευρώ από 13,3 δισ. ευρώ το 2024. Η ανοδική τάση συνεχίστηκε και στις αρχές του 2026, με το πρώτο δίμηνο να καταγράφει αύξηση 9,0%, καθώς οι πωλήσεις ανήλθαν σε 2,16 δισ. ευρώ από 1,98 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Η ανάπτυξη προέρχεται τόσο από τα τυποποιημένα προϊόντα, που αυξήθηκαν κατά 6,5%, όσο και από τα επί ζυγίω προϊόντα, τα οποία σημείωσαν ακόμη υψηλότερη άνοδο 12,1%.
Η δομή της αγοράς παραμένει σταθερή, με τα τυποποιημένα προϊόντα (fixed barcode) να κατέχουν το 76,5% της συνολικής αξίας στο πρώτο δίμηνο του 2026 και τα επί ζυγίω (random weight) ή «χύμα» προϊόντα το 23,5%. Ωστόσο, τα τελευταία ενισχύουν σταδιακά τη συμμετοχή τους, συνδεόμενα με τη δυναμική των φρέσκων προϊόντων.
Το τρόφιμο συνεχίζει να αποτελεί τον βασικό πυλώνα της αγοράς, με μερίδιο 83,6% των πωλήσεων FMCG το 2026, αυξημένο από 82,6% το 2025. Στην ανάπτυξη, τα τρόφιμα σημειώνουν άνοδο 10,1% στο πρώτο δίμηνο, έναντι 3,4% για τα προϊόντα υγείας και ομορφιάς και 3,5% για τα είδη νοικοκυριού.
Η συμβολή του τροφίμου στην αύξηση του συνολικού τζίρου είναι καθοριστική, απορροφώντας το μεγαλύτερο μέρος της καταναλωτικής δαπάνης.
Αναλυτικότερα, υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης παρουσιάζουν τα κατεψυγμένα τρόφιμα (+8,8%), τα σνακ (+10,1%), τα μη αλκοολούχα ποτά (+7,5%) και τα γαλακτοκομικά (+8,5%). Αντίθετα, πιο ήπια είναι η πορεία των προϊόντων προσωπικής φροντίδας (+1,7%) και των ειδών οικιακής χρήσης (περίπου +2%-3%).
Σημαντική είναι η διαφοροποίηση μεταξύ αξίας και όγκου πωλήσεων, με τις πωλήσεις σε τεμάχια να αυξάνονται με χαμηλότερους ρυθμούς, αντανακλώντας την πίεση στην κατανάλωση. Στα τρόφιμα, η αύξηση όγκου φτάνει το +4,0%, ενώ η αξία αυξήθηκε με υπερδιπλάσιο ρυθμό. Αντίστοιχα, ο όγκος στα προϊόντα υγείας και ομορφιάς αυξήθηκε κατά 5,4% και στα είδη νοικοκυριού κατά 3,1%.
Η κύρια αιτία αυτής της απόκλισης είναι οι αυξήσεις τιμών, με τη μέση τιμή ανά μονάδα να αυξάνεται κατά 3,1% το 2024, 5,5% το 2025 και 8,1% στο πρώτο δίμηνο του 2026. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις τιμών καταγράφονται στα σνακ (+6,2%), τα μη αλκοολούχα ποτά (+6,6%) και τα κατεψυγμένα προϊόντα (+4,1%), ενώ σε άλλες κατηγορίες οι μεταβολές είναι πιο ήπιες.
Στο επίπεδο των καταστημάτων, όλα τα μεγέθη εμφανίζουν θετική πορεία, με τα μεγάλα καταστήματα άνω των 2.500 τ.μ. να αυξάνονται κατά 9,8% και τα μικρά έως 400 τ.μ. κατά 8,9%. Τα μεσαία σούπερ μάρκετ παρουσιάζουν χαμηλότερη ανάπτυξη, στο 5,8%, υποδεικνύοντας διαφοροποιημένες καταναλωτικές επιλογές.
Γεωγραφικά, η Αττική διατηρεί το μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς (45%), αλλά αναπτύσσεται με χαμηλότερο ρυθμό 7,4%. Αντίθετα, περιοχές όπως η Κεντρική Ελλάδα (+9,6%), η Πελοπόννησος (+9,8%), τα νησιά (+9,2%) και η Κρήτη (+8,6%) παρουσιάζουν υψηλότερη ανάπτυξη, με την τουριστική δραστηριότητα να ενισχύει την κατανάλωση σε αυτές τις περιοχές.
Η ανάπτυξη των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας είναι ιδιαίτερα έντονη, με το μερίδιό τους να αυξάνεται στο 27,5% το 2026 από 27,3% το 2025. Ο ρυθμός ανάπτυξης των private label φτάνει το 10,6%, σημαντικά υψηλότερος από το 7,1% των επώνυμων προϊόντων, αντανακλώντας τη στροφή των καταναλωτών σε πιο οικονομικές επιλογές.
Παράλληλα, παρατηρείται μείωση στην ένταση των προωθητικών ενεργειών, με το ποσοστό πωλήσεων μέσω προσωρινών μειώσεων τιμών να διαμορφώνεται στο 24,1% στο σύνολο FMCG, με αισθητή πτώση στα προϊόντα υγείας και ομορφιάς (21,1%) και στα είδη νοικοκυριού (18,6%). Αντίθετα, στα τρόφιμα σημειώνεται μικρή αύξηση της προωθητικής δραστηριότητας.
Στα προϊόντα ζυγιζόμενου βάρους, η ανάπτυξη παραμένει ισχυρή στο +12,1%, με τα λαχανικά να κατέχουν το μεγαλύτερο μερίδιο (27,1%), ακολουθούμενα από το κρέας (21,2%) και τα γαλακτοκομικά (21,3%). Ορισμένες κατηγορίες, όπως τα αλλαντικά και τα ψάρια, εμφανίζουν πιο ασταθή πορεία.
Τέλος, το ηλεκτρονικό κανάλι δείχνει σημάδια επιβράδυνσης, με τον τζίρο να διαμορφώνεται στα 52 εκατ. ευρώ και να καταγράφει πτώση 2% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Η μείωση αυτή οφείλεται τόσο στη συρρίκνωση του αριθμού παραγγελιών όσο και στη μείωση της μέσης αξίας καλαθιού αγορών.



