Το έτος 1921, ακριβώς έναν αιώνα μετά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και μόλις ένα έτος πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή και τον ξεριζωμό του Ελληνισμού του Πόντου, ο Κωνσταντίνος Π. Καβάφης συνθέτει το ποίημα Πάρθεν. Πρόκειται για ένα έργο της ώριμης καλλιτεχνικής του περιόδου, το οποίο παρέμεινε για χρόνια ανέκδοτο, ανήκοντας στη διάσημη σειρά των Κρυμμένων Ποιημάτων του.
Στο «Πάρθεν», ο Αλεξανδρινός δημιουργός ανοίγει έναν συγκλονιστικό, εσωτερικό διάλογο με τη δημοτική ποίηση, αποτυπώνοντας με μοναδική ευαισθησία τα όσα ένιωσε διαβάζοντας ιστορικά δημοτικά τραγούδια.
Η σύνδεση του Καβάφη με τον Πόντο δεν ήταν μόνο πνευματική, αλλά και βιολογική. Αν και ο ίδιος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, η καταγωγή του ήταν Κωνσταντινουπολίτικη. Ο παππούς του από την πλευρά της μητέρας του Χαρίκλειας, ο Γεώργιος (Γιωρίκας) Φωτιάδης, καταγόταν από την Τραπεζούντα, όπου η οικογένεια ζούσε μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Αυτό το οικογενειακό υπόβαθρο εξηγεί τη βαθιά συγκίνηση που του προκάλεσε το ποντιακό «Τραπεζούντιον άσμα». Ο ποιητής γοητεύεται από την «παράξενη γλώσσα» του θρήνου και ενσωματώνει αυτούσιες φράσεις της ποντιακής διαλέκτου στο έργο του, γεφυρώνοντας τη λόγια τέχνη του με τη ζωντανή λαϊκή ψυχή του απώτερου Ελληνισμού.
Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923
Εγράφη Μάρτιον 1921, εν έτος προ της καταστροφής της Σμύρνης και του Ελληνισμού του Πόντου.
Πάρθεν
Aυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια,
για τ’ άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.
Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης
«Πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη».
Και την Φωνή που εκεί που οι δυο εψέλναν,
«ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης»,
ακούσθηκε κ’ είπε να πάψουν πια
«πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια»
πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη.
Όμως απ’ τ’ άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα
το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα
και με την λύπη των Γραικών των μακρινών εκείνων
που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.
Μα αλίμονον μοιραίον πουλί «απαί την Πόλην έρται»
με στο «φτερούλν’ αθε χαρτίν περιγραμμένον
κι ουδέ στην άμπελον κονεύ’ μηδέ στο περιβόλι
επήγεν και εκόνεψεν στου κυπαρίσ’ την ρίζαν».
Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να διαβάσουν
«Χέρας υιός Γιανίκας έν» αυτός το παίρνει το χαρτί,
και το διαβάζει κι ολοφύρεται.
«Σίτ’ αναγνώθ’ σίτ’ ανακλαίγ’ σίτ’ ανακρούγ’ την κάρδιαν.
Ν’ αοιλλή εμάς, να βάι εμάς, η Pωμανία πάρθεν.»
Το ποίημα ξεκινά με μια σχεδόν πεζή διαπίστωση της καθημερινότητας του ποιητή, ο οποίος μελετά τα κατορθώματα των κλεφτών και τα πένθιμα άσματα για την πτώση της Κωνσταντινούπολης και της Θεσσαλονίκης. Ωστόσο, η συναισθηματική κορύφωση έρχεται με την αναφορά στον Πόντο.
Ο Καβάφης αναδεικνύει την τραγικότητα των «μακρινών Γραικών» που ήλπιζαν μέχρι τέλους, χρησιμοποιώντας τη μεταφορά του μοιραίου πουλιού που φέρνει το γραπτό μήνυμα της καταστροφής.
Η επιλογή του να κλείσει το ποίημα με τον σπαραγμό του «Γιανίκα» (που ηχητικά συνδέεται με τον παππού του, Γιωρίκα) και τον συγκλονιστικό ποντιακό στίχο «η Ρωμανία πάρθεν», προσδίδει στο έργο μια οικουμενική αλλά και προσωπική διάσταση. Σε μια ιστορική συγκυρία όπου το μέλλον του μικρασιατικού ελληνισμού κρεμόταν από μια κλωστή, ο Καβάφης, μέσα από την αναδρομή στο παρελθόν, μοιάζει να προαισθάνεται το επερχόμενο, οριστικό τέλος μιας ολόκληρης εποχής.

