Μια πολύμηνη και μεθοδική έρευνα της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Κατερίνης οδήγησε στην πλήρη αποδόμηση μιας οργανωμένης εγκληματικής οργάνωσης τα μέλη της οποίας πουλούσαν οχήματα υψηλής εμπορικής αξίας, τα οποία είχαν κλαπεί ή υπεξαιρεθεί τόσο από την Ελλάδα όσο και από το εξωτερικό.
Το κουβάρι της υπόθεσης άρχισε να ξετυλίγεται στην Κατερίνη, όταν δύο ανυποψίαστοι αγοραστές συνειδητοποίησαν ότι τα αυτοκίνητα που είχαν αποκτήσει ήταν κλεμμένα. Μετά την καταγγελία τους στις Αρχές, οι αστυνομικοί ξεκίνησαν να ξεδιαλύνουν τη δράση του κυκλώματος. Όπως προέκυψε, οι δράστες λειτουργούσαν τουλάχιστον από τα τέλη του 2024 έως και τις αρχές Φεβρουαρίου 2026, χρησιμοποιώντας ως «βιτρίνα» μια μάντρα αυτοκινήτων στην Εύβοια.
Για την υπόθεση σχηματίστηκε βαρύτατη δικογραφία σε βάρος τριών Ελλήνων, ηλικίας 36, 25 και 39 ετών, οι οποίοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες για εγκληματική οργάνωση, διακεκριμένη κλοπή, απάτη, πλαστογραφία και υπεξαίρεση. Στην ίδια δικογραφία περιλαμβάνονται ακόμη τρία άτομα –δύο άνδρες (ο ένας υπήκοος Αλβανίας) και μία γυναίκα– για επιμέρους αδικήματα, όπως αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος.
Ο ένας από τους βασικούς κατηγορούμενους εμφανιζόταν ως ο νόμιμος εκπρόσωπος της μάντρας αυτοκινήτων, ο δεύτερος είχε αναλάβει το κομμάτι των συναλλαγών και των πωλήσεων, ενώ ο τρίτος ήταν υπεύθυνος για τη μεταφορά των οχημάτων στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης.
Η μεθοδολογία τους βασιζόταν στην παραποίηση των αριθμών πλαισίου των κλεμμένων οχημάτων, ώστε να συμβαδίζουν με πλαστά έγγραφα που οι ίδιοι κατάρτιζαν. Στη συνέχεια, διοχέτευαν τα αυτοκίνητα στην αγορά, είτε εκθέτοντάς τα στον φυσικό χώρο της επιχείρησής τους είτε αναρτώντας σχετικές αγγελίες σε δημοφιλείς ιστοσελίδες του διαδικτύου.
Οι αστυνομικές αρχές πραγματοποίησαν στοχευμένη έρευνα στην έδρα της επιχείρησης, η οποία βρίσκεται σε περιοχή της Εύβοιας. Εκεί βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τρία αυτοκίνητα, εκ των οποίων τα δύο είχαν κλαπεί το 2025 από την Ελλάδα και την Ιταλία, ενώ το τρίτο είχε υπεξαιρεθεί την ίδια χρονιά από την Ιταλία.
Η έρευνα επεκτάθηκε και εκτός της επιχείρησης, όπου εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν άλλα τρία οχήματα. Τα δύο από αυτά είχαν ήδη πουληθεί σε αγοραστές, έχοντας κλαπεί από την Αττική και την Ιταλία. Το τρίτο αυτοκίνητο βρέθηκε στην Αττική, έφερε παραποιημένο αριθμό πλαισίου και πλαστές πινακίδες, ενώ είχε υπεξαιρεθεί το 2025 από την Ιταλία.
Στη διαλεύκανση της υπόθεσης, η οποία παραπέμπεται στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κατερίνης, συνέδραμαν καθοριστικά η Υποδιεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών Βορείου Ελλάδος, η Interpol, ξένες διωκτικές αρχές, καθώς και τα Τμήματα Ασφαλείας Χαλκίδας και Παπάγου – Χολαργού.
