Στο ακροατήριο του ανώτατου δικαστηρίου της χώρας μεταφέρεται αύριο Δευτέρα η κρίσιμη εθνική και νομική μάχη για τη λεγόμενη «μακεδονική γλώσσα», με εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του Δ’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, όπως αποκάλυψε στο φύλλο της περασμένης Τρίτης η «δημοκρατία». Στο επίκεντρο της δικαστικής διαδικασίας θα βρεθεί το εθνικό ζήτημα, εάν η ελληνική έννομη τάξη θα συναινέσει αυτοβούλως στην αναγνώριση και τη θεσμική κατοχύρωση της ούτω καλουμένης «μακεδονικής γλώσσας» στο ελληνικό κράτος, μέρος του οποίου είναι η Μακεδονία, ανοίγοντας τον δρόμο για μελλοντική εισαγωγή της ακόμα και στα ελληνικά σχολεία. Να πούμε εδώ ότι εάν πράγματι υφίσταται «μακεδονική γλώσσα», αυτή είναι η ελληνική και συνεπώς δεν γεννάται θέμα αναγνώρισης. Η υπόθεση έφτασε στον ανώτατο βαθμό δικαιοδοσίας της Δικαιοσύνης μετά την αίτηση αναίρεσης που κατέθεσε το σωματείο «Κέντρο Μακεδονικής Γλώσσας στην Ελλάδα», στρεφόμενο κατά της ιστορικής απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία είχε κάνει δεκτές τις εφέσεις της εισαγγελέως Φλώρινας και πλήθους εθνικών και τοπικών φορέων, ακυρώνοντας οριστικά τη λειτουργία του.
Η ρίζα της δικαστικής και εθνικής αυτής περιπέτειας εντοπίζεται στα τέλη του 2022, όταν έγινε γνωστό ότι το Ειρηνοδικείο Φλώρινας είχε εγκρίνει την αίτηση ίδρυσης του συγκεκριμένου σωματείου. Η είδηση προκάλεσε άμεσα σφοδρές αντιδράσεις στην ελληνική κοινωνία, στην επιστημονική κοινότητα και στον πολιτικό κόσμο, καθώς το σωματείο δεν είχε ως στόχο την πολιτιστική δραστηριότητα, αλλά ήταν ευθέως κατευθυνόμενο από εξωεθνικά κέντρα, ελεγχόμενα από το γειτονικό κράτος, με την υπόγεια συνδρομή της Βουλγαρίας. Συνεπώς, ο σκοπός της ίδρυσης του συγκεκριμένου σωματείου αποτελούσε ευθεία πρόκληση. Μεταξύ άλλων, το καταστατικό του προέβλεπε τη διδασκαλία της αποκαλούμενης «μακεδονικής γλώσσας» σε Ελληνες πολίτες, μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας, την υποστήριξη της εισαγωγής της ως προαιρετικού μαθήματος στα δημόσια σχολεία της Πρωτοβάθμιας και της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης της Ελλάδας, την ίδρυση πανεπιστημιακών τμημάτων εντός των ελληνικών ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων για την εκπαίδευση δασκάλων, καθώς και την προώθηση της χρήσης της σε τοπικό επίπεδο στις περιοχές της Μακεδονίας.
Η έγκριση αυτού του καταστατικού από την ελληνική Δικαιοσύνη σε πρώτο βαθμό χαρακτηρίστηκε επικίνδυνη υποχώρηση έναντι αλυτρωτικών επιλογών τρίτων χωρών και προκάλεσε άμεση νομική κινητοποίηση για την ανατροπή της. Το πλήρες νομικό – πολιτικό υπόβαθρο του ζητήματος πρέπει να αναλυθεί υπό το πρίσμα ποιες ακριβώς είναι οι πρόνοιες της Συμφωνία των Πρεσπών (2018), αναφορικά με τη γλώσσα και την ταυτότητα της γειτονικής χώρας. Σύμφωνα με το Αρθρο 1 της συμφωνίας, η επίσημη γλώσσα της χώρας ορίζεται ως «μακεδονική γλώσσα» (macedonian). Ωστόσο, το κρίσιμο σημείο «εξισορρόπησης του άλματος» βρίσκεται στο Αρθρο 7, το οποίο επιχειρεί να αποσυνδέσει πλήρως τους όρους αυτούς από την ελληνική κληρονομιά. Συγκεκριμένα, ορίζεται ότι η γλώσσα αυτή ανήκει αποκλειστικά στην οικογένεια των νότιων σλαβικών γλωσσών.
Το Αρθρο 7 παράγραφος 4 ξεκαθαρίζει ρητά ότι «η γλώσσα και η ταυτότητα του κράτους αυτού δεν έχουν καμία σχέση με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, την Ιστορία, την κουλτούρα και την κληρονομιά» της ελληνικής Μακεδονίας. Επιπλέον, όσον αφορά την ταυτότητα, η Συμφωνία των Πρεσπών δεν αναγνωρίζει «μακεδονικό έθνος», αλλά καθορίζει αποκλειστικά τον νομικό δεσμό της ιθαγένειας/υπηκοότητας, η οποία αναγράφεται στα έγγραφα ως «Μακεδονική/πολίτης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας». Παρά τις περίπλοκες αυτές διευκρινίσεις, η νομική αποδοχή του επιθετικού προσδιορισμού «μακεδονική» για τη γλώσσα και την εθνική ταυτότητα δημιούργησε υπόστρωμα πάνω στο οποίο πατούν οι ιδρυτές του σωματείου στη Φλώρινα, επιχειρώντας να μεταφέρουν έναν όρο που αφορά την επίσημη γλώσσα ενός ξένου κράτους ως δήθεν εγχώρια, ομιλούμενη γλώσσα εντός της ελληνικής επικράτειας.
Η προσπάθεια της ελληνικής πλευράς κατά την περίοδο κατάρτισης της «συμφωνίας» η γλώσσα του γειτονικού κράτους να μην ονομαστεί «βουλγαρική» προκαλεί ήδη επιπλοκές, όπως αυτή που καλείται να επιλύσει το ανώτατο δικαστήριο της χώρας. Η αντίδραση της τοπικής κοινωνίας της Μακεδονίας και των ιστορικών ιδρυμάτων της χώρας υπήρξε άμεση και συντονισμένη, με την εισαγγελέα Πρωτοδικών Φλώρινας να ασκεί ανακοπή κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου.
Παράλληλα, σειρά από ιστορικά σωματεία και θεσμικούς φορείς, όπως η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών (ΕΜΣ), η Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας, ο Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Φλώρινας «Ο Αριστοτέλης», η Ενωση Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού, καθώς και παμμακεδονικές ενώσεις και τοπικά πολιτιστικά σωματεία θα δώσουν το «παρών» στην επικείμενη δικαστική μάχη, ασκώντας πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ της ακύρωσης λειτουργία του σωματείου. Παρά την αρχική απόρριψη των αιτήσεων από το Πρωτοδικείο Φλώρινας σε πρώτο βαθμό, οι φορείς και η εισαγγελική Αρχή επέμειναν, υπακούοντας στην εθνική συνέπεια, οδηγώντας τελικά την υπόθεση ενώπιον του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Η μεγάλη δικαστική ανατροπή ήρθε με την έκδοση της απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας στην Κοζάνη, το οποίο, εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης και το περιεχόμενο του καταστατικού, έκρινε ότι η λειτουργία του συγκεκριμένου σωματείου έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη δημόσια τάξη και το εθνικό συμφέρον της χώρας.
Το σκεπτικό της απόφασης του Εφετείου Κοζάνης βασίστηκε σε στέρεα νομικά και ιστορικά επιχειρήματα, υπογραμμίζοντας ότι η Συμφωνία των Πρεσπών αναγνώρισε τη λεγόμενη «μακεδονική γλώσσα» αποκλειστικά ως την επίσημη γλώσσα του κράτους της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας και όχι ως γλώσσα κάποιας μειονότητας εντός της Ελλάδας. Αντιλαμβάνεται εύκολα κάποιος ότι η απόφαση αυτή δεν διασφαλίζει ότι κάποιο «φροντιστήριο ξένων γλωσσών», κατευθυνόμενο, προφανώς, από ξένο κέντρο, θα επιχειρούσε να διδάξει στα Ελληνόπουλα τη «μακεδονική γλώσσα» όχι ως γλώσσα μειονότητας που υφίσταται στην Ελλάδα, αλλά ως γλώσσα ενός τρίτου κράτους, η οποία διδάσκεται για λόγους συνεννόησης των πολιτών μεταξύ τους.
Το Εφετείο τόνισε ότι στην Ελλάδα δεν υφίσταται καμία «μακεδονική μειονότητα» και ότι η αναγνώριση ενός τέτοιου κέντρου θα υποδηλώνε εμμέσως το αντίθετο, λειτουργώντας, δηλαδή, ως όχημα για την εξυπηρέτηση αλυτρωτικών επιδιώξεων και ξένης προπαγάνδας. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι περιορίζεται δικαίως όταν διακυβεύονται η εθνική ασφάλεια, η κοινωνική συνοχή και η δημόσια τάξη της χώρας, ακυρώνοντας έτσι την εγγραφή του σωματείου στα βιβλία. Οι εκπρόσωποι του σωματείου δεν αποδέχθηκαν την απόφαση και προσέφυγαν στο ανώτατο δικαστήριο, ζητώντας την αναίρεσή της, με αποτέλεσμα το τεράστιο και πολυεπίπεδο αυτό διακύβευμα να μεταφέρεται πλέον στο Δ’ Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου. Εάν το ανώτατο δικαστήριο κάνει δεκτή την αίτηση αναίρεσης του σωματείου, θα ανοίξει επικίνδυνη θεσμική κερκόπορτα στα σχολεία και όπου αλλού, καθώς οι ιδρυτές του θα μπορούν πλέον ελεύθερα να διεκδικήσουν, βασιζόμενοι σε δικαστικές αποφάσεις, την εισαγωγή της σλαβομακεδονικής γλώσσας ως προαιρετικού μαθήματος στα σχολεία της ελληνικής Μακεδονίας. Παράλληλα, η νομική αναγνώριση ενός τέτοιου κέντρου κινδυνεύει να χρησιμοποιηθεί ως μοχλός πίεσης σε διεθνή φόρουμ, όπως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, για να υποστηριχθεί το ανυπόστατο αφήγημα περί «καταπιεσμένης γλωσσικής μειονότητας» εντός της Ελλάδας, γι’ αυτό και οι αρεοπαγίτες καλούνται τώρα να σταθμίσουν τη νομική διάσταση της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι σε συνάρτηση με τις ανώτερες συνταγματικές επιταγές για την προστασία της εθνικής κυριαρχίας και της ιστορικής αλήθειας.
Η αυριανή ημέρα, Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026, δεν είναι απλώς ακόμα μία μέρα στο δικαστικό ημερολόγιο, αλλά η στιγμή που η ελληνική Δικαιοσύνη καλείται να προστατεύσει με σθένος την ιστορική και εθνική αξιοπρέπεια της Μακεδονίας.
Απόφαση-ιστορικός σταθμός
Η ελληνική κοινωνία και ιδιαίτερα οι κάτοικοι της Μακεδονίας παρακολουθούν με έκδηλη αγωνία και κομμένη την ανάσα τις εξελίξεις, καθώς η επικείμενη απόφαση του Αρείου Πάγου θα αποτελέσει ιστορικό σταθμό, που θα κρίνει αν η χώρα θα υψώσει ένα αποτελεσματικό νομικό ανάχωμα απέναντι στην προσπάθεια πλαστογράφησης της Ιστορίας της ή αν θα επιτρέψει να τεθούν οι βάσεις για νέες, επικίνδυνες εθνικές περιπέτειες στην ευαίσθητη περιοχή των Βαλκανίων. Συνεπώς, στο ακροατήριο του ανώτατου δικαστηρίου της χώρας δεν κρίνεται απλώς μια δικονομική διαμάχη γύρω από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, αλλά το αν η ελληνική έννομη τάξη θα συναινέσει στην αναγνώριση και τη θεσμική διείσδυση της λεγόμενης «μακεδονικής γλώσσας» στην ελληνική επικράτεια και, κατ’ επέκταση, στη δημόσια εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες.
