Από τον Νίκο Σώκο
Η Γενοκτονία των Αρμενίων (1915-1923, Hayoc Ceghaspanutyun) υπήρξε η αποκορύφωση μιας συστηματικής πολιτικής του οθωμανικού κράτους που στόχευε στην οριστική εξάλειψη του αρμενικού στοιχείου από την ιστορική του πατρίδα. Αποτελεί ένα έγκλημα που θεμελίωσε τον όρο «Γενοκτονία» στο διεθνές δίκαιο, όπως αυτός διατυπώθηκε αργότερα από τον Raphael Lemkin.
Ο ορισμός της Γενοκτονίας των Αρμενίων αναφέρεται στη συστηματική, προσχεδιασμένη και κρατικά οργανωμένη εξόντωση του αρμενικού πληθυσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από το καθεστώς των Νεότουρκων κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και των αμέσως επόμενων ετών (1915–1923).
Το Ιστορικό Υπόβαθρο
Η ιστορική διαδρομή του αρμενικού έθνους αποτελεί μια από τις πλέον πολυτάραχες σελίδες της παγκόσμιας ιστορίας, καθώς επρόκειτο για έναν λαό με διαρκή παρουσία στην περιοχή της Ανατολίας πολύ πριν από τον πρώτο αιώνα μ.Χ. Η ταυτότητα των Αρμενίων σφυρηλατήθηκε μέσα από τη μοναδικότητα της γλώσσας τους αλλά και επειδή ήταν το πρώτο έθνος που υιοθέτησε πρώιμα τον Χριστιανισμό ως επίσημη κρατική θρησκεία ήδη από το 301 μ.Χ., γεγονός που τους διαφοροποίησε πολιτισμικά από τους γειτονικούς πληθυσμούς και καθόρισε τη μετέπειτα μοίρα τους εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Με την επικράτηση των Οθωμανών Τούρκων μετά την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, οι Αρμένιοι ενσωματώθηκαν σε ένα πολυεθνικό κράτος όπου όμως κατείχαν τη θέση του πολίτη δεύτερης κατηγορίας (dhimmi), αντιμετωπίζοντας διακριτική μεταχείριση, πρόσθετους φόρους και περιορισμένα δικαιώματα στο δικαστικό και κυβερνητικό σύστημα.
Κατά τον 19ο αιώνα, η σταδιακή παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η άνοδος των εθνικιστικών κινημάτων και η απώλεια εδαφών προς τη Ρωσία και τις αναδυόμενες βαλκανικές χώρες δημιούργησαν ένα κλίμα ανασφάλειας στην Υψηλή Πύλη, η οποία άρχισε να αντιμετωπίζει όλο και πιο εχθρικά τα αιτήματα των Αρμενίων για μεταρρυθμίσεις και ισονομία.
Παρά το ότι οι Αρμένιοι διανοούμενοι δεν ζητούσαν ανεξάρτητο κράτος αλλά προστασία από τη διαφθορά και τις διακρίσεις, ο Σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Β’ απάντησε στις διαμαρτυρίες με τις αιματηρές Χαμιδικές Σφαγές της περιόδου 1894-1896, όπου έχασαν τη ζωή τους 100.000 έως 300.000 άνρθωποι, αφήνοντας πίσω τους 50.000 ορφανά. Οι σφαγές αυτές προκάλεσαν την πρώτη μεγάλη διεθνή κινητοποίηση ανθρωπιστικής βοήθειας και θεωρούνται ως το προοίμιο της γενοκτονίας που θα ακολουθούσε μερικά χρόνια αργότερα.
Η Άνοδος των Νεότουρκων, ο Εκτουρκισμός
Η άνοδος των Νεότουρκων στην εξουσία το 1908 αν και αρχικά δεσμεύτηκαν για σύνταγμα και ισότητα στις μειονότητες, γρήγορα μεταλλάχθηκαν σε έναν βάναυσο εθνικιστικό μηχανισμό. Η επικράτηση μιας ακραίας εθνικιστικής πτέρυγας εντός της Επιτροπής Ένωσης και Προόδου υπό την τριανδρία των Ταλαάτ, Εμβέρ και Τζεμάλ, σηματοδότησε τη στροφή προς τον «Εκτουρκισμό» (Turkification), ο οποίος δεν άφηνε χώρο για μη τουρκικούς πληθυσμούς στην επικράτεια.
Η Γενοκτονία των Αρμενίων πραγματοποιήθηκε παράλληλα και με τον ίδιο τρόπο με τις γενοκτονίες σε βάρος και άλλων χριστιανικών πληθυσμών, όπως των Ελλήνων και των Ασσυρίων. Ειδικά για τους Αρμενίους, η ανάγκη εξολόθρευσης κρίθηκε από το καθεστώς επιτακτική, καθώς δεν διέθεταν κράτος για να εκδιωχθούν, ενώ υπήρχε ο φόβος ότι αν κατέφευγαν στη Ρωσία θα εντάσσονταν στον εχθρικό στρατό.
Με την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου το 1914, οι στρατιωτικές ήττες των Οθωμανών από τη Ρωσία, στον Καύκασο το 1914 χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα για να καταστούν οι Αρμένιοι ο αποδιοπομπαίος τράγος, κατηγορούμενοι συλλήβδην για προδοσία και συνεργασία με τη Ρωσία.
Τότε, η ηγεσία των Νεότουρκων, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι η παγκόσμια κοινή γνώμη ήταν στραμμένη στον πόλεμο, έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο της ολοκληρωτικής εξόντωσης των Αρμενίων.
Η Μεθόδευση του Εγκλήματος
Η συστηματική φάση της Γενοκτονίας ξεκίνησε στις 24 Απριλίου 1915 με τη σύλληψη και δολοφονία των πνευματικών και πολιτικών ηγετών των Αρμενίων στην Κωνσταντινούπολη, ώστε ο αρμένικος πληθυσμός να μείνει ακέφαλος. Η επιχείρηση εξελίχθηκε σε τρία στάδια. Αρχικά, όσοι Αρμένιοι υπηρετούσαν στον οθωμανικό στρατό αφοπλίστηκαν, μεταφέρθηκαν σε τάγματα εργασίας και εκτελέστηκαν μαζικά. Ο άμαχος πληθυσμός (γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένοι) εκδιώχθηκε από τις εστίες του και υποχρεώθηκε σε εξαντλητικές πορείες προς τη συριακή έρημο (Ντερ Ζορ).
Η κεντρική διοίκηση χρησιμοποιώντας τον τηλέγραφο για τον συντονισμό και τους σιδηροδρόμους για τις μεταφορές, οργάνωσε τον εκτοπισμό εκατομμυρίων ανθρώπων χωρίς εφόδια. Εκτός από τη φυσική εξόντωση, η γενοκτονία περιλάμβανε και την απαγωγή γυναικών και παιδιών που εξισλαμίζονταν βίαια. Πολλές γυναίκες μαρκάρονταν με τατουάζ στο πρόσωπο για να μη δραπετεύουν, ενώ πόλεις όπως η Χαρπούτ έγιναν κέντρα εμπορίας σκλάβων.
Κατά τη διάρκεια των πορειών, ειδικά σώματα εγκληματιών που είχαν αποφυλακιστεί γι’ αυτόν τον σκοπό, μαζί με χωροφύλακες, υπέβαλαν τους εκτοπισμένους σε ανείπωτες θηριωδίες, βιασμούς και σφαγές, ενώ τα ποτάμια του Ευφράτη και του Τίγρη γέμισαν με πτώματα. Όσοι κατάφεραν να επιβιώσουν από τις πορείες οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην έρημο, όπου πέθαναν από τις κακουχίες ή τις ομαδικές εκτελέσεις.
Κάποιες μαρτυρίες…
Η μαρτυρία του Nishan Tususian από το Ντιγιαρμπακίρ, περιγράφει τον κυβερνήτη Dr. Mehmet Reşid, ο οποίος αντιμετώπιζε τους Αρμενίους ως «παθογόνους μικροοργανισμούς» που έπρεπε να εκριζωθούν. Η αφήγηση του Tususian για τη σφαγή του αδελφού του, την απώλεια των γονέων του και τις ειδεχθείς σκηνές στις όχθες του Τίγρη και του Ευφράτη, οι οποίοι μετατράπηκαν σε υγρά νεκροταφεία αποτυπώνει το μέγεθος του συλλογικού τραύματος. Το καθεστώς εγκατέλειπε παιδιά αβοήθητα δίπλα στα τείχη των πόλεων και δολοφονούσε ανθρώπους εν ψυχρώ στην άκρη των δρόμων.
Παράλληλα, ο Σοβιετικός διπλωμάτης Σεμιόν Αράλοφ επιβεβαίωσε ομαδικές σφαγές άνω των 69.000 ανθρώπων, ενώ Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί στρατιωτικοί υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες. Στη λογοτεχνία, το έργο του Φραντς Βέρφελ «Οι σαράντα μέρες του Μουζά Νταγκ» είναι μνημείο ιστορικής μνήμης.
Ο τραγικός απολογισμός
Μέχρι το 1923, ένας πολιτισμός τριών χιλιάδων ετών είχε σχεδόν αφανιστεί από την ιστορική του κοιτίδα. Περίπου 1,5 εκατομμύριο Αρμένιοι έχασαν τη ζωή τους, ενώ οι περιουσίες τους δημεύθηκαν ή καταστράφηκαν από το κράτος. Ενώ οι δυτικές πηγές τεκμηριώνουν αυτόν τον αριθμό, οι τουρκικές πηγές τον περιορίζουν στις 600.000-800.000.
Σήμερα
Η Τουρκία αρνείται τον όρο «Γενοκτονία», ισχυριζόμενη ότι επρόκειτο για εκτοπισμό λόγω του πολέμου και της υποστήριξης των Αρμενίων προς τη Ρωσία. Ωστόσο, η παγκόσμια ιστορική κοινότητα αναγνωρίζει ότι η κατάρρευση της οθωμανικής ανεκτικότητας και η ανάδυση του τουρκικού εθνικισμού οδήγησαν σε μια προσχεδιασμένη εθνοκάθαρση. Σήμερα, η άρνηση παραμένει επίσημη πολιτική, με νόμους που ποινικοποιούν ακόμα και τη συζήτηση για τη Γενοκτονία, ενώ οι απόγονοι των θυμάτων συνεχίζουν να ζητούν δικαίωση για τους προγόνους τους.
Η παγκόσμια κοινότητα συνεχίζει να διευρύνει την αναγνώριση της Γενοκτονίας, με περισσότερες από 30 χώρες να έχουν αποδεχθεί επίσημα τον όρο. Σημείο αναφοράς, σε αυτή τη διαδικασία υπήρξε η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες το 2021, δια στόματος του Προέδρου Τζο Μπάιντεν, επισημοποίησαν την αναγνώριση που είχε ήδη ψηφιστεί από το Κογκρέσο το 2019. Επίσης, θεσμοί όπως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και περιφερειακές διοικήσεις σε χώρες όπως η Ισπανία και η Αυστραλία έχουν προσθέσει το δικό τους βάρος στην παγκόσμια καταδίκη των γεγονότων του 1915.