Αιχμηρό μήνυμα στην Άγκυρα και ιστορική δήλωση Χριστοδουλίδη για ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ
Ανοιχτό το ενδεχόμενο συμμετοχής της Ελλάδας σε διεθνή αποστολή στα Στενά του Ορμούζ άφησε ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Νίκος Δένδιας, κατά την ομιλία του στη διεθνή έκθεση DEFEA 2026. Ο υπουργός έθεσε σαφείς προϋποθέσεις για έναν τέτοιο σχεδιασμό, υπογραμμίζοντας ότι οποιαδήποτε κίνηση θα είναι αποτέλεσμα συλλογικής απόφασης και απόλυτα ευθυγραμμισμένη με το διεθνές δίκαιο.
Στοχευμένη παρουσία και διεθνής νομιμότητα
Ο κ. Δένδιας διευκρίνισε ότι μια ελληνική παρουσία στην περιοχή είναι πιθανή μόνο υπό συνθήκες «σαφώς μετρημένες και καθορισμένες» σε συνεργασία με τους συμμάχους της χώρας. Η τελική απόφαση θα ληφθεί από το ΚΥΣΕΑ και την κυβέρνηση, με τη σύμφωνη γνώμη του πολιτικού συστήματος.
Επεσήμανε μάλιστα ότι η Ελλάδα έχει ήδη επιχειρησιακό αποτύπωμα στην ευρύτερη περιοχή, καθώς οι ελληνικές δυνάμεις επιχειρούν σε απόσταση μόλις 200-300 μιλίων από τα Στενά, με βάση το Τζιμπουτί. Σύμφωνα με τον υπουργό, η προάσπιση της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) και της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας αποτελεί θεσμική υποχρέωση της Ελλάδας.
Μήνυμα αποτροπής προς την Τουρκία
Αναφερόμενος στα ελληνοτουρκικά, ο Νίκος Δένδιας χρησιμοποίησε σκληρή γλώσσα, στέλνοντας μήνυμα αποφασιστικότητας στην Άγκυρα. «Να προσέχουν οι εχθροί, έχουμε σκληρό πετσί και πολύ πικρή σάρκα», δήλωσε χαρακτηριστικά, αναδεικνύοντας την αποτρεπτική ισχύ που προσφέρουν στη χώρα τα νέα οπλικά συστήματα.
Παράλληλα, πάντως, σημείωσε ότι υπάρχει «παράθυρο λύσης», καθώς η Ελλάδα δεν διεκδικεί τίποτα περισσότερο από τα νόμιμα δικαιώματά της. «Εάν η Τουρκία επιλέξει, η διαφορά μπορεί να λυθεί σε ένα βράδυ», υποστήριξε ο υπουργός.
Η Κύπρος «δείχνει» προς το ΝΑΤΟ
Στο πλαίσιο της ίδιας έκθεσης, ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκος Χριστοδουλίδης, προέβη σε μια δήλωση με βαρύνουσα γεωπολιτική σημασία. Ο κ. Χριστοδουλίδης εξέφρασε την ετοιμότητα της Κύπρου να ενταχθεί στη Βορειοατλαντική Συμμαχία «όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν».
Ο Κύπριος Πρόεδρος έδωσε έμφαση στην ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής άμυνας σε ένα περιβάλλον παγκόσμιας αβεβαιότητας, ενώ έθεσε ως στόχο την ανάπτυξη της κυπριακής αμυντικής βιομηχανίας, ώστε η συνεισφορά της στο ΑΕΠ της χώρας να καταστεί διψήφια.