Μιλούν στη «δημοκρατία» και θέτουν ανοιχτά ζήτημα πολιτικής και θεσμικής αξιοπιστίας της κυβέρνησης, την ώρα που παραμένουν ανοιχτές υποθέσεις που έχουν τραυματίσει το κράτος δικαίου
Σφοδρές αντιδράσεις και βαριές αιχμές προκάλεσαν στη συνταγματική κοινότητα οι προτάσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη για τη συνταγματική αναθεώρηση. Εγκριτοι συνταγματολόγοι κάνουν λόγο για μια ξεκάθαρη απόπειρα θεσμικής θωράκισης μιας βαθιά αυταρχικής και νεοφιλελεύθερης πολιτικής κατεύθυνσης.
- Από τον Κώστα Καββαδία
Από τη συνταγματική κατοχύρωση πλεονασματικών προϋπολογισμών και την κατάργηση της μονιμότητας στο Δημόσιο, μέχρι τη συνταγματοποίηση του εκλογικού νόμου και τη διεύρυνση χωρίς ουσιαστικές δικλίδες ασφαλείας της επιστολικής ψήφου, οι προειδοποιήσεις για τους κινδύνους που ελλοχεύουν για το κοινωνικό κράτος, τη μυστικότητα της ψήφου και τις δημοκρατικές εγγυήσεις είναι ευθείες και ιδιαίτερα αιχμηρές.
Την ίδια στιγμή θέτουν ανοιχτά ζήτημα πολιτικής και θεσμικής αξιοπιστίας της κυβέρνησης, που ανοίγει συζήτηση για τον πυρήνα του Συντάγματος ενώ, όπως επισημαίνουν, παραμένουν ανοιχτές υποθέσεις που έχουν τραυματίσει το κράτος δικαίου, από τις υποκλοπές και την τραγωδία των Τεμπών μέχρι το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Η Ιφιγένεια Καμτσίδου, καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, και ο Ακρίτας Καϊδατζής, διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου, μιλούν στη «δημοκρατία» και καταθέτουν τη δική τους ανάγνωση για τις κυβερνητικές επιδιώξεις, εξαπολύοντας καταιγισμό πυρών κατά των προθέσεων του Μεγάρου Μαξίμου. Μέσα σε ένα κατακερματισμένο πολιτικό σκηνικό και σε μια περίοδο έντονης θεσμικής αμφισβήτησης, οι σχεδιασμοί της κυβέρνησης για την επόμενη ημέρα του Συντάγματος ανοίγουν έναν νέο κύκλο αντιπαράθεσης με αλυσιδωτές πολιτικές και δημοκρατικές προεκτάσεις.

Ιφιγένεια Καμτσίδου: Ο κ. πρωθυπουργός, απευθυνόμενος στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του κόμματός του, εξέθεσε ένα σχέδιο συνταγματοποίησης της νεοφιλελεύθερης κατεύθυνσης των πολιτικών που ακολουθεί. Είναι ένα σχέδιο με βάση το οποίο θέλει να μετατρέψει σε συνταγματικές δεσμεύσεις τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, την αποδυνάμωση του κράτους δικαίου και την ενίσχυση της αυταρχικής διακυβέρνησης. Συγκεκριμένα, ο πρωθυπουργός μίλησε για τη συνταγματική πρόβλεψη που θα επιβάλλει πλεονασματικούς προϋπολογισμούς. Γίνεται εύκολα κατανοητό ότι, ιδίως σε περιόδους πολέμων και διαδοχικών κρίσεων, όπως αυτές που ζούμε, η ρύθμιση αυτή θα περιορίσει δραστικά τις δαπάνες του κοινωνικού κράτους, δαπάνες αναγκαίες για τη διαφύλαξη της αξιοπρέπειας των πιο αδύναμων μελών του κοινωνικού συνόλου και για την καταπολέμηση των ανισοτήτων που συνεχώς εντείνονται.
Ακόμη, ο πρωθυπουργός θέλει να επιχειρήσει τη συνταγματοποίηση του εκλογικού συστήματος, εξισορροπώντας το αίτημα της αναλογικότητας του συστήματος, που είναι στοιχείο της ισότητας της ψήφου, με πλειοψηφικές παραμέτρους και πάλι με το πρόσχημα της κυβερνησιμότητας. Η χώρα δεν χρειάζεται άλλους κανόνες για το εκλογικό σύστημα από αυτούς που ήδη περιλαμβάνει το Σύνταγμα και που είναι οι θεμελιώδεις αρχές που διέπουν την ψήφο και την ψηφοφορία, δηλαδή η μυστικότητα, η ισότητα και η αμεσότητα. Επίσης, πρότεινε να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα ώστε να είναι δυνατή η επιστολική ψήφος χωρίς όρους και προϋποθέσεις σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις.
Αυτό είναι μια επικίνδυνη πρόταση. Διότι ο τρόπος με τον οποίο οργανώθηκε η επιστολική ψήφος στη χώρα μας, δηλαδή η παροχή της δυνατότητας στον ψηφοφόρο να αποστέλλει την ψήφο του από το σπίτι του, βάζοντας σε θέα όποιου βρίσκεται εκείνη τη στιγμή δίπλα του τον φάκελο που θα αποστείλει στην Εφορευτική Επιτροπή, κλονίζει με έναν πολύ ουσιαστικό τρόπο τη μυστικότητα της ψήφου. Η μυστικότητα είναι μια σοβαρότατη εγγύηση ώστε το εκλογικό σώμα να διατυπώνει χωρίς καταναγκασμούς ανόθευτα τη βούλησή του και να επιλέγει ελεύθερα αυτούς στους οποίους θα αναθέσει τη διακυβέρνηση της χώρας. Βλέπουμε λοιπόν ότι οι σημαντικότερες προτάσεις του κυρίου πρωθυπουργού αλλοιώνουν τα δικαιοκρατικά και δημοκρατικά χαρακτηριστικά του πολιτεύματος και για τον λόγο αυτό θα πρέπει να αντικρουστούν με σοβαρότητα και υπευθυνότητα από τις προοδευτικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης και φυσικά από την επιστήμη.
Ακρίτας Καϊδατζής: Προερχόμενη από μια πλειοψηφία που έχει καταπατήσει βάναυσα κάθε έννοια συνταγματικής νομιμότητας, η πρόταση αναθεώρησης που εισηγήθηκε ο πρωθυπουργός δεν έχει καμία απολύτως αξιοπιστία. Οποιο κι αν είναι το περιεχόμενό της, δεν μπορεί να αποτελέσει βάση καμίας συζήτησης, πόσο μάλλον συνεννόησης. Οπως παραβιάστηκαν ασύστολα τόσες και τόσες συνταγματικές διατάξεις του Συντάγματος όπως ισχύει σήμερα, γιατί να μην παραβιαστούν αύριο και οι διατάξεις του αναθεωρημένου Συντάγματος;

Αν θέλουν να διασώσουν τη συνταγματική αξιοπρέπειά τους, τα κόμματα της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης έναν δρόμο έχουν: Να δηλώσουν απερίφραστα πως θα απέχουν από οποιαδήποτε αναθεωρητική διαδικασία. Τουλάχιστον όσο τα μεγα-σκάνδαλα -Τέμπη, παρακολουθήσεις, ΟΠΕΚΕΠΕ, απευθείας αναθέσεις κ.λπ.- παραμένουν ανοιχτές πληγές στο κράτος δικαίου και στη δημοκρατία. Δεν νοείται συζήτηση για το Σύνταγμα με όσους το παραβιάζουν συστηματικά. Οσοι την ανοίξουν είναι συνένοχοι ευτελισμού των θεσμών. Μόνο χλεύη και αδιαφορία για όσους εργαλειοποιούν το Σύνταγμα για επικοινωνιακές σκοπιμότητες.
Οσον αφορά το περιεχόμενο της πρότασης, είναι ανάξιο σχολιασμού. Επικοινωνιακά πυροτεχνήματα, καθρεφτάκια για ιθαγενείς και εκθέσεις ιδεών -όπως για τα οφέλη και τους κινδύνους της Τεχνητής Νοημοσύνης- επιπέδου μέτριου μαθητή γυμνασίου. Ενα σχόλιο μόνο αρκεί. Η «μεγάλη μεταρρύθμιση» του άρθρου 86 για την ποινική ευθύνη υπουργών είναι πως την πρόταση δίωξης δεν θα την κάνουν βουλευτές, αλλά ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Δηλαδή ο κ. Τζαβέλλας, η κυρία Αδειλίνη, ο κ. Ντογιάκος. Καταλάβαμε… Και μία ερώτηση. Οχι στην κυβέρνηση αλλά στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Γιατί προτείνεται να προβλεφθεί στο Σύνταγμα η παροχή ανώτατης εκπαίδευσης από ιδιωτικά πανεπιστήμια, αφού μας είπατε πως αυτή επιτρέπεται και με το σημερινό Σύνταγμα;