Η βενζίνη τραβά την ανηφόρα
Το ράλι του πετρελαίου και η ένταση στη Μέση Ανατολή «παγώνουν» κάθε ελπίδα για φθηνότερα καύσιμα. Η εκτίναξη της τιμής του αργού πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, σε συνδυασμό με την παρατεταμένη αστάθεια στη Μέση Ανατολή, αποκλείουν οποιαδήποτε αποκλιμάκωση των τιμών στην αντλία κάτω από τα 2 ευρώ το λίτρο.
Στελέχη της αγοράς εκτιμούν ότι οι ανατιμήσεις στα καύσιμα θα συνεχιστούν, ακόμα και σε περίπτωση που το πετρέλαιο σταθεροποιηθεί λόγω πιθανής συμφωνίας Ιράν-ΗΠΑ. Η αμόλυβδη κατευθύνεται προς τα 2,5 ευρώ το λίτρο, ενώ το πετρέλαιο κίνησης, παρά την επιδότηση, πλησιάζει επικίνδυνα το ψυχολογικό όριο των 2 ευρώ.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Παρατηρητηρίου Καυσίμων του ΥΠΑΝ (17/5), η μέση τιμή της αμόλυβδης 95 οκτανίων έχει εκτοξευθεί στα 2,113 ευρώ το λίτρο, από 1,752 ευρώ, που ήταν πριν από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν. Σε πολλά πρατήρια η τιμή φτάνει ήδη τα 2,12-2,13 ευρώ, ενώ στα νησιά των Κυκλάδων και των Δωδεκανήσων έχει ξεπεράσει αυτό το επίπεδο.
Ανάλογη άνοδο καταγράφει και το ντίζελ κίνησης, που από 1,568 ευρώ πριν τον πόλεμο έχει φτάσει τα 1,814 ευρώ το λίτρο (17/5).
Παρότι έχουν ληφθεί μέτρα στήριξης, όπως η επιδότηση της διυλιστηριακής τιμής και το fuel pass, το κόστος των καυσίμων συνεχίζει να αυξάνεται, λειτουργώντας ως ασήκωτο βάρος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Μιλώντας στην ERT News, ο πρόεδρος των βενζινοπωλών Αττικής, Νίκος Παπαγεωργίου, προέβλεψε ότι η τιμή της βενζίνης θα ξεπεράσει τα 2,10 ευρώ μέσα στην τρέχουσα εβδομάδα, αποδίδοντας την εξέλιξη αυτή στην έντονη ανασφάλεια και αβεβαιότητα που επικρατεί στην περιοχή του Κόλπου.
Αντίθετα, το πετρέλαιο κίνησης παραμένει σε σχετικά χαμηλά επίπεδα για ευρωπαϊκά δεδομένα, κοντά στο 1,80 ευρώ, όπου αναμένεται να κινηθεί και τις επόμενες ημέρες.
Η αγορά προεξοφλεί ότι η κρίση θα συνεχιστεί και τους θερινούς μήνες, καθιστώντας αναγκαία την παράταση των κυβερνητικών μέτρων στήριξης. Επιπλέον, η διαταραχή στην προσφορά λόγω του αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ εντείνεται, ενώ διεθνείς οργανισμοί προειδοποιούν ότι μετά την αποδέσμευση σημαντικών ποσοτήτων από τα στρατηγικά αποθέματα, τα εμπορικά αποθέματα θα μειωθούν, πιέζοντας περαιτέρω τις τιμές προς τα πάνω.

